Σε αυτό το δωμάτιο, με τους ήχους της σιωπής,
κρατώ το χέρι σου σφιχτά, πατέρα της ζωής.
Η καρδιά σου κουράστηκε, χτυπάει σιγανά,
κι η δική μου αγωνία τον κόσμο όλο πονά.
Εσύ που ήσουν στήριγμα, ο βράχος μου, το φως,
που νύχτα-μέρα δούλευες, να είμαστε επαρκώς.
Με ιδρώτα και με κόπο, για να μη μας λείψει τίποτα,
μια προσφορά ανιδιοτελής, ολόκληρη ζωή.
Θυμάμαι που με έπαιρνες μικρή μες στην αγκαλιά,
και διώχναμε τον φόβο με χάδια και φιλιά.
Μαζί να βλέπουμε μπάλα, στην ίδια την κερκίδα,
η ΑΕΚ η αγάπη μας, η κοινή μας ελπίδα.
Με έμαθες σαν αντράκι στη ζωή μου να πατώ,
να μη ζητάω ανάγκη, τον εαυτό μου να κρατώ.
Μου έδωσες την περηφάνια, ασπίδα στην πληγή,
κι ας είσαι ο τελευταίος κρίκος μου τώρα πάνω στη γη.
Αφού η μαμά μάς άφησε και πήγε στον ουρανό,
δεν θα σε αφήσω, μάτια μου, εδώ θα είμαι εγώ.
Σε αγαπάω απέραντα, το ξέρεις, είσαι ο ένας,
σαν τον δικό σου τον καημό δεν ένιωσε κανένας.
Σε αγαπώ πολύ, μπαμπά, και τρέμω στη θανή,
δεν θέλω να μου φύγεις μακριά, σβήνει η πνοή.
Μείνε εδώ, κρατήσου, νίκησε τον χαλασμό,
μην πας μακριά μου, δώσε μου ακόμα έναν παλμό.
Μαρία Γεωργιοπούλου


