Όταν ο έρωτας έρχεται δυνατά και ορμητικά, σαν θύελλα που σαρώνει το παλιό μας σύμπαν, χτυπά όλες τις αισθήσεις, ξαφνικά, βαθιά κι αφήνει πίσω όσα οι λέξεις ποτέ δεν είπαν.
αλυσίδες αόρατες που το κορμί τυλίγουν,
κάθε χτύπος της καρδιάς, σημάδι μιας ορκισμένης μοναξιάς,
που σβήνει όταν τα δυο σας χέρια σμίγουν.
στην παραμικρή γραμμή που το δέρμα του χαράζει,
στο βλέμμα που κλέβει το φως του θανάτου του,
στην ανάσα που τον κόσμο όλο ησυχάζει.
το άρωμά του που μένει στα ρούχα, στον αέρα,
μια ανάγκη τρελή, μια αιώνια ευχή,
που μετατρέπει σε γιορτή την κάθε μέρα.
σαν μουσική που γράφτηκε μόνο για σένα,
το άγγιγμά του κάνει το κορμί να μοιάζει ιερό,
και σβήνει μεμιάς τα περασμένα, τα σβησμένα.
ζητώντας μια λέξη, ένα νεύμα, μια μικρή πνοή,
και το πιο απλό, το πιο φευγαλέο του χάδι,
δίνει στο πριν και στο μετά σου μια άλλη προοπτική.
γιατί η σκλαβιά αυτή είναι η μόνη σου ελευθερία.






