Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΟ ΠΕΖΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΟ ΠΕΖΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Η ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ ΤΟΥ ΧΟΡΤΟΦΑΓΟΥ

Όπου και να γύριζα μέσα στην πόλη η τσίκνα μού είχε πάρει τη μύτη μέχρι λιποθυμίας. Ούτε έγκυος να ‘μουνα. Απ’ το πρωί όλοι είχαν βγάλει τις σχάρες με τα κάρβουνα στο δρόμο και ψήνανε τα κρέατα. Κυρίως χοιρινά σουβλάκια πιο σπάνια χωριάτικα λουκάνικα και κάνα μπιφτέκι της κακιάς ώρας. Ήταν η μεγάλη ευκαιρία των χασάπηδων. Σήμερα θα ξεπούλαγαν ότι σάπιο πράγμα τους είχε ξεμείνει. Είναι πατροπαράδοτο έθιμο και πρέπει να τηρείται ευλαβικά. Έτσι λένε. Ο καιρός ήταν καλός και η μέρα ηλιόλουστη που ευνοούσε την περίσταση. Ακούγονταν και μουσικές από τα μεγάφωνα του δήμου. Έπιναν κρασιά και μπύρες. Υπήρχε μπόλικο κέφι στην ατμόσφαιρα. Ο κόσμος γλεντούσε με την ψυχή του στους δρόμους και τις πλατείες.

Πέρασα και μπροστά από κάποια κρεοπωλεία. Αυτά ήταν οι ηθικοί αυτουργοί. Η ζήτηση ήταν  μεγάλη. Δουλεύανε πυρετωδώς κάθε μέρα μέχρι αργά το βράδυ. Κάνανε παραλαβές από τα σφαγεία.  Κρεμούσαν τα ψοφίμια στα τσιγκέλια. Γέμιζαν τα ψυγεία τους. Οι ποδιές και τα χέρια τους ήταν βουτηγμένα στο αίμα. Μάλιστα ορισμένοι προετοιμάζονταν από τώρα για το μεγάλο πάσχα της χριστιανοσύνης. Την ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων. Οι τιμές είχαν πάρει τον ανήφορο  μα δεν είχαν παράπονο. Οι δουλειές πήγαιναν περίφημα. Ευτυχώς ο κοσμάκης πλέον δεν πολυπιστεύει στην εκκλησία. Ακόμη και τις μέρες της αυστηρής νηστείας τρώει κρέας. Δεν το στερείται. Έτσι  λέγανε οι αιμοσταγείς και αιμοδιψείς χασάπηδες και τρίβανε με ικανοποίηση τα χέρια τους. Κι ας πηγαίνουν μετά να προσκυνάνε τις εικόνες και να κοινωνάνε σώμα και αίμα κυρίου για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες και τα κρίματά τους. Έτερον εκάτερον. Πάντως σίγουρα η υποκρισία και η ψευτιά έτρεχε απ’ τα μπατζάκια τους.  

Περιφερόμουν μόνος εδώ κι εκεί δίχως αιτία και σκοπό κι ένιωθα σαν κακομοίρης. Ήμουν τελείως εκτός κλίματος κι εξόριστος από την αγέλη. Περνούσα μεγάλη δοκιμασία μα έπρεπε να αντισταθώ στους πειρασμούς. Να δείξω τη δύναμη του χαρακτήρα μου και της θέλησης. Ότι μπορώ να πάω κόντρα σε συνήθειες μιας ολόκληρης ζωής και στα ήθη της κοινωνίας. Να αντέξω την οσμή της τσίκνας. Όπως κατάφερα να κόψω και το κάπνισμα που μου φαινόταν πιο δύσκολο και σχεδόν ακατόρθωτο. Και τη ζάχαρη απ’ τον καφέ και τα γλυκά και να περιορίσω το αλκοόλ. Πάντα για κάποιο σοβαρό λόγο υγείας και ανωτέρας βίας βέβαια. Ποτέ οικειοθελώς. Μου τα λέγανε οι γιατροί κι εγώ τα πίστευα αφού μόνο εκείνοι ήξεραν το καλό μου. Δυστυχώς όλα τα ευχάριστα της ζωής βλάπτουν. Αυτό ήταν το τελικό συμπέρασμα. Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς η ζωή είναι γλυκιά. Όσο μεγαλώνουμε πρέπει να τα λιγοστεύουμε. Έτσι έλεγα στον εαυτό μου και προσπαθούσα να τον πείσω να παραμείνει εγκρατής. Και να βάζουμε λίγη άσκηση στη ζωή μας καθημερινά. Μια ήπια γυμναστική του κορμιού που θα ωφελεί και το πνεύμα. Λίγο περπάτημα έστω που καθαρίζει και το μυαλό. Μια χαρά μού τα λέγανε οι ειδικοί. Μεγάλωνα κι έπρεπε να αλλάξω τρόπο ζωής. Για το καλό μου.

Μαζί με όλα τα άλλα εδώ κι έξι μήνες είχα αποφασίσει να γίνω χορτοφάγος. Να κόψω μαχαίρι την κρεοφαγία. Κυρίως τα χοιρινά.  Και τηρούσα ευλαβικά τον όρκο  που είχα δώσει στον εαυτό μου. Τη μέρα της μεγάλης μεταστροφής είχε δει τυχαία στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για τους γήινους με την εκμετάλλευση και την κακομεταχείριση των ζώων που με συγκλόνισε. Σφίχτηκε το στομάχι μου. Αρρώστησα. Έχασα τον ύπνο μου κι έκανα μέρες να συνέλθω. Δεν περίμενα ότι ήμουν τόσο ευαίσθητος κι ότι θα με πείραζε τόσο πολύ. Το σοκ ήταν τρομερό. Είχα βάλει τα κλάματα σαν μικρό παιδί. Τα βασανιστήρια που έκαναν στα αθώα πλάσματα ήταν ασύλληπτα σε απάνθρωπες συνθήκες εγκλεισμού και στέρησης. Ο πόνος τεράστιος. Η ακινησία και ο συνωστισμός. Τα θλιμμένα μάτια των αθώων κοιτούσαν τις κρυφές κάμερες των ακτιβιστών. Μάταια ζητούσαν κάποια βοήθεια. Ο γρήγορος θάνατος ήταν η μοναδική τους σωτηρία περιμένοντας τη σειρά τους μέσα στο σφαγείο. Και κάποια από αυτά έχουν υψηλή νοημοσύνη. Καταλαβαίνουν. Τα γουρούνια κυρίως. Έτσι πλέον γνωρίζω την κατάσταση. Δεν έχω καμία δικαιολογία και δεν μπορώ να μείνω αμέτοχος και αδιάφορος μπροστά σε αυτή την κτηνωδία. Κατά καιρούς ξαναβλέπω το ντοκιμαντέρ στο ίντερνετ για να μην ξεχνώ. Να αποτυπωθούν στο κεφάλι μου οι εικόνες του αίσχους και της ντροπής. Κάθε φορά σφίγγεται το στομάχι μου και δεν μπορώ να κρατηθώ. Βουρκώνω και ξεσπάω σε κλάματα. Δεν μπορεί να το έχω παρακολουθήσει μόνο εγώ. Και άλλοι θα γνωρίζουν κι όμως μπορούν και τρώνε ακόμη κρέας. Πάντως όχι δίχως τύψεις και ένοχη συνείδηση. Με σφιγμένο στομάχι. Μα κι αυτά μας εκδικούνται όπως μας αξίζει. Αυξάνονται και πληθαίνουν οι καρκίνοι.

Περπάτησα πολύ. Γύρισα όλη την πόλη. Κουράστηκα και πείνασα. Μου άνοιξε η όρεξη. Το μεσημέρι γύρισα στο σπίτι κι έβαλα στο πιάτο μου μακαρόνια με κέτσαπ. Έκοψα και μια σαλάτα και κάθισα να φάω. Για παρέα άνοιξα την τηλεόραση κάτι να ακούγεται. Είχε ειδήσεις. Τον τελευταίο καιρό είχαν ξεσπάσει αρκετοί πόλεμοι και συγκρούσεις σε όλο τον πλανήτη με πολλά αθώα θύματα τους αμάχους τις γυναίκες και τα παιδιά. Επιπλέον τρομοκρατικές οργανώσεις έβαζαν βόμβες στα κέντρα των μεγαλουπόλεων σε ψηλά κτίρια και υπόγεια μετρό με πολλούς νεκρούς και τραυματίες αλλά και αιχμαλώτους που υπόβαλλαν σε φριχτά βασανιστήρια στο όνομα της πατρίδας και της θρησκείας. Κάπου αλλού άντρες αφέντες έσφαζαν στο γόνατο γυναίκες και παιδιά για την τιμή και την υπόληψη της οικογένειας. Όλοι προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Έτσι κι αλλιώς πάντα ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Οι ειδήσεις έλεγαν και άλλα μα τα είχα ξανακούσει κι έτρωγα αμέριμνος το φαγητό μου. Όλα λοιπόν είναι μια συνήθεια. Μα ο δημοσιογράφος φαινόταν στεναχωρημένος και αρκετά προβληματισμένος από τα δυσάρεστα γεγονότα που ήταν δήθεν γροθιά στο στομάχι του φιλοθεάμονος κοινού. Πλέον όλος ο κόσμος έχει καταντήσει ένα μεγάλο σφαγείο σχολίασε στο τέλος με νόημα. Κάνε μόκο ρε ηθικολόγε της κακιάς ώρας. Πάντα έτσι ήταν και δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Δίχως πολλούς πιστούς νηστευτές και προσκυνητές. Με τα καθάρματα να κάνουν κουμάντο και τους πολλούς να λουφάζουν τρομαγμένοι στο λαγούμι τους. Μόνο μαμ κακά και νάνι. Και κανείς να μην νοιάζεται. Απλά τώρα όλοι γνωρίζουμε κι ας κάνουμε ότι δεν τρέχει τίποτα. Ο πολιτισμένος λογικός ηθικός και δίκαιος άνθρωπος. Χαχα. Ας γελάσω.

 

                                                                   Γιάννης Παπαγεωργίου

                                                                   Kotsilies.blogspot.com

 

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

Την τραγωδία πρέπει να την ζεις και όχι να την παίζεις

                                                                                                          Ζαν Ζενέ

Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Τον έψαχνα κάθε βράδυ στις πλατείες και τα σκοτεινά σοκάκια. Στις πιάτσες των ταξί στα ουζερί και στα καφενεία που οι γέροι παίζουν τάβλι. Στα μπορντέλα και στα άγρια μπαρ που βρωμάνε βαρύ πατσουλί και ξεραμένη υγρασία. Στις ταβέρνες με τα παλιά κρασοβάρελα που απ’ το βάθος ακούγονται λυπημένα μπουζούκια. Παντού. Και στα λιμάνια τον έψαχνα. Στα τρένα στους σταθμούς και στις κρυψώνες που οι αλήτες παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους.

Κάπου κάπου πέρναγα και απ’ την παλιά μου γειτονιά με το σπίτι μας γκρεμισμένο από χρόνια. Ρωτούσα μα κανείς δεν ήξερε να μου πει. Όλοι είχαν από τότε να τον δουν. Από κείνη την μέρα που εξαφανίστηκε και χάθηκε σαν να πήγαινε σε κάποια μακρινή εκστρατεία. Πλέον όλοι τον είχανε ξεχάσει. Πρέπει να έχει πεθάνει είπαν μα δεν τους πίστεψα και η σαπισμένη μουσμουλιά που υπήρχε ακόμη στην παλιά μας αυλή ως η τελευταία μάρτυρας της τραγωδίας γέλασε ειρωνικά.

Όταν κουράστηκα να ψάχνω εκεί στη μέση της μεγάλης πλατείας (η χοντρή κυρία με τον μπόμπο της κοιτούσαν τρομαγμένοι) λούστηκα με το μπιτόνι της βενζίνης και άναψα το τελευταίο μου τσιγάρο. Ιούλιος μήνας ήταν. Είχα γενέθλια και η ζέστη πολλή.

                                                                                                     Γιάννης Παπαγεωργίου

                                                                                                      kotsilies.blogspot.gr

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

         Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί

                                                 Φρ. Νίτσε

Στην παλιά εποχή λέει ο μύθος τα γένη των ανθρώπων ήταν τρία. το αρσενικό το θηλυκό και το ανδρόγυνο. Είχαν σώμα στρογγυλό με τέσσερα χέρια και τέσσερα πόδια κι ένα κεφάλι με δύο πρόσωπα το ένα απέναντι απ’ το άλλο. Ήταν τότε οι άνθρωποι φοβεροί και τρομεροί και με μεγάλη έπαρση τόλμησαν ακόμα και με τους θεούς να τα βάλουν. Οι θεοί σκέφτονταν τι έπρεπε να κάνουν μα δεν έβρισκαν λύση. Δεν ήθελαν να τους αφανίσουν εντελώς όπως έκαναν με τους γίγαντες αφού τότε θα έχαναν τις τιμές και τις θυσίες τους. Ούτε όμως και να τους αφήσουν να παρεκτρέπονται.

Τότε είπαν να κόψουν τον καθένα στη μέση και έτσι ασθενέστεροι και πολυπληθέστεροι θα τους ήταν πιο χρήσιμοι και λιγότερο επικίνδυνοι. Από τότε κάθε άνθρωπος με σύμμαχο τον έρωτα ψάχνει να βρει πάλι το άλλο του μισό για να ενωθεί μαζί του και να ξαναγίνει δυνατός. Μα οι θεοί πλέον είναι προσεκτικοί και διαρκώς τους ξεγελάνε και φέρνουν εμπόδια στο δύσκολο έργο τους. Έτσι όσο και να ψάχνουν δεν πρόκειται να βρουν το άλλο τους μισό.

Εδώ τελειώνει ο αρχαίος μύθος που βέβαια είναι διδακτικός μα συνήθως δεν λέει όλη την αλήθεια. Από την μεγάλη σφαγή κάποιοι κρυμμένοι στα υπόγεια σκοτάδια γλύτωσαν και παρέμειναν ολόκληροι. Οι θεοί ακόμη και σήμερα αγνοούν την ύπαρξή τους μα έτσι κι αλλιώς είναι λιγοστοί και δεν κινδυνεύουν απ’ αυτούς. Είναι εκείνοι που δεν έχουν ανάγκη τον έρωτα. Γνωρίζουν την απάτη του και φυλάγονται. Έτσι ζουν ολομόναχοι και δυνατοί μέσα στα σκοτάδια μακριά απ’ όλους. Μα όλο και λιγοστεύουν.

                                                                                                       Γιάννης Παπαγεωργίου

                                                                                                        kotsilies.blogspot.com

Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ

Στις τρεις χτυπά γερά το ξυπνητήρι και με ξεκουφαίνει. Ανοίγω τα μάτια και τα ξανακλείνω. Σφίγγω το μαξιλάρι και γυρνώ πλευρό. Τεντώνομαι και τανιέμαι. Στο τέλος αποφασίζω να σηκωθώ  βαρύς και παρασάνταλος. Τα όνειρα  είναι πάντα μακάβρια και εξουθενωτικά. Η τουαλέτα τρία μέτρα δρόμος γεμάτος ναρκοπέδια. Στρεκλάω και σκουντουφλάω στους τοίχους. Μια κατσαρίδα πετάγεται απότομα μπροστά μου μα  κάνω ντρίπλα και την αποφεύγω. Τελικά με τα χίλια ζόρια φτάνω στον σκοπό μου. Σηκώνω το καπάκι και κατουράω για ώρα νιώθοντας ανακούφιση. Η απόλυτη ηδονή. Στον καθρέπτη οι πιτσιλιές κρύβουν το σκυθρωπό μου βλέμμα. Τα γένια μακραίνουν και ασπρίζουν ασταμάτητα. Πρέπει να τα κόψω. Ίσως και να τα βάψω κάποτε μα τώρα χρειάζεται επειγόντως καφέ και κάτι για τη ζαλάδα. Το μυαλό μου είναι ακόμα θολωμένο και η τηλεόραση λέει ειδήσεις μα δεν υπάρχουν νέα πια. Μια από Τα ίδια. Τα έχω όλα ξανακούσει. Ίσως σε κάποια άλλη ζωή. Ίσως και χτες μα την αφήνω να βουίζει. Σπάει κάπως την μοναξιά μου.

Την υπόγεια γκαρσονιέρα δεν την βλέπει ποτέ ο ήλιος κι εγώ παρακολουθώ τη ζωή απ’ τον φεγγίτη. Κάποιος πετάει τρία σάπια μήλα στο πεζοδρόμιο και μαζεύονται οι γάτες. Τα κοιτάζουν με περιέργεια τα μυρίζουν και τα γλύφουν. Όμως δεν τα τρώνε. Ειδικά τα τρύπια και τα συφοριασμένα. Αυτά ανήκουν μόνο στα σκουλήκια τους. Έτσι ξαναγυρίζω άκεφος στο κρεβάτι μου. Έχει βάλει καύσωνα και η κατάσταση είναι ανυπόφορη. Αν και ολόγυμνος έχω λιβακώσει. Για ώρα είμαι ξαπλωμένος ακίνητος και άσκεφτος με τον ανεμιστήρα κατά πάνω του. Κάπως με παρηγορεί μα πρέπει και να βγω έξω για ψώνια και να προλάβω τα μαγαζιά ανοιχτά. Τον φούρνο το σούπερ μάρκετ και το περίπτερο. Είναι απόγευμα και κάνει ακόμα ζέστη. Γυρίζω γρήγορα στο σπίτι κρατώντας τις σακούλες. Η πόλη άδεια. Ψυχή ζώσα στους δρόμους και στις πλατείες. Ημέρες διακοπών. Θα τσιμπήσω κάτι πρόχειρο και θα φτιάξω τον δεύτερο καφέ της ημέρας. Μετά θα γυρίσω και πάλι στο κρεβάτι. Κάτι θα βρω για να διαβάσω ή θα πάρω το λάπτοπ αγκαλιά για θερμοφόρα. Για άλλη μια φορά η τεχνολογία θα με σώσει.

Το βράδυ θα μπει σαν κλέφτης από τον ανοιχτό φεγγίτη και τα σάπια μήλα θα γίνουν πέντε ολοστρόγγυλα φεγγάρια γεμάτα κρατήρες. Τότε οι γάτες θα εξαφανιστούν χωρίς να τα πειράξουν. Αυτά ανήκουν μόνο στα σκουλήκια τους. Ίσως βγω και λίγο για περπάτημα. Σκέβρωσα τόσες ώρες στο κρεβάτι. Να ξεκουραστεί και λίγο ο ανεμιστήρας. Έτσι η νύχτα θα περάσει πάλι δύσκολα με σφιγμένα τα δόντια. Tο πρώτο φως θα κάψει τους ξεχασμένους βρικόλακες και τα σκουπιδιάρικα του δήμου θα αδειάσουνε τους κάδους. Τα σκουλήκια  θα συνεχίζουν να ξεκοιλιάζουν  τα χαλασμένα μήλα. Στο τέλος δεν θα αφήσουν τίποτα. Μόνο  φλούδες και κοτσάνια.  

                                                                                     Γιάννης Παπαγεωργίου

                                                                                Kotsilies.blogspot.com  

 

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ

Κηρύξανε ιερό πόλεμο κατά του ανθρώπου του άπιστου του δολερού και του ανευλαβή. Aυτοί τουλάχιστον πιστεύουν σε κάτι εξαίσια μεταθάνατο και αυτοκτονούν. Eκεί που πάνε σίγουρα θα είναι καλύτερα τα πράγματα. Πάντα στα δεξιά του προφήτη και δίπλα του.  Κι όσο περισσότερο το αίμα που τον ποτίζουν για να ξεδιψάσει τόσο πιο κοντά του. Νέος μεσαίωνας ισλαμικός όπου η Ιερά Εξέταση ωχριούσε μπροστά του. Έτσι θα πούνε οι ιστορικοί του μέλλοντος. Χίλια χρόνια κράτησε κι αυτός. Η νέα πανούκλα. Ο θάνατος έγινε πάλι καθημερινή υπόθεση με πάμπολλες τρομοκρατικές επιθέσεις. Όλοι κινδυνεύουν. Οι άνθρωποι μπαίνουν μέσα σε κλουβιά για να προφυλαχτούν και τι ζωή να ζήσουν έτσι και για πιο λόγο άραγε. Μα όλα για του θεού την πίστη την αγία ενώ η ανθρώπινη ζωή και πάλι έχει μηδαμινή αξία. Και τι έγινε αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε όλοι θα πεθάνουμε. Τι σήμερα τι αύριο τι στα εκατό τι στα οκτώ. Τίποτα δεν έχει σημασία. Ο θάνατος είναι ο πιο δημοκράτης. Αυτός δεν κοιτάζει πλούσιους και φτωχούς ούτε βόρειους και νότιους ούτε μορφωμένους και αμαθείς. Ο θάνατος είναι ο πραγματικός θεός και κείνοι οι προφήτες του που μοιράζουν στα τυφλά φωτιά και ατσάλι. Όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο. Θυσία στον άγνωστο θεό της αγάπης και της σοφίας. Πίθηκοι και ουρακοτάγκοι. Η ανθρώπινη κατάσταση. Η εκδίκηση των φτωχών και των απελπισμένων. Ο επίγειος παράδεισος της ελευθερίας και της δικαιοσύνης αποδείχτηκε όνειρο απατηλό. Ίσως κάποτε στο μέλλον. Είναι νόμος της ιστορίας. Έτσι λένε οι υπεραισιόδοξοι. Προς το παρόν λούφα και παραλλαγή μα μην χάνουμε το κουράγιο μας και πάντα να ελπίζουμε. Στη φωτογραφία το πτώμα του κοριτσιού βρίσκεται κλεισμένο μέσα στη σακούλα. Δίπλα η κούκλα με το ροζ φορεματάκι είναι γεμάτη σκόνη τρύπες αίματα. Είναι κι αυτή νεκρή με τα γαλανά της μάτια ορθάνοιχτα. Ας πάει κάποιος να της τα κλείσει.

                                                                                      Γιάννης Παπαγεωργίου  

                                                                                       Kotsilies.blogspot.com

 

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Ο ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΣ

Η βιβλιοθήκη μόλις είχε ανοίξει. Ανέβηκε τρέχοντας τα εξήντα δύο σκαλοπάτια της. Τόσα ήταν. Τα είχε τσεκάρει αρκετές φορές μα για σιγουριά κάθε φορά τα ξαναμετρούσε. Ίσως και για παιχνίδι. Κι αυτή τη φορά ανέβηκε τρέχοντας και λαχάνιασε. Ήταν πρωί ακόμα. Έβρεχε κι ο ήλιος δεν είχε βγει. Δεν ίδρωσε πολύ. Μόνο που του κόπηκαν τα πόδια απ’ την τρεχάλα. Η εξώπορτα του κτηρίου ήταν μισάνοιχτη. Μέσα δεν υπήρχε ψυχή. Μόνο την καθαρίστρια πρόσεξε που κείνη την ώρα είχε τελειώσει τη δουλειά της κι έφευγε. Του κούνησε το χέρι και του χαμογέλασε. Σήμερα ήταν ευδιάθετη. Κοίταξε άλλη μια φορά τριγύρω και μπήκε μέσα διστακτικά.

Πίσω απ’ τον γκισέ του δανεισμού είδε την υπεύθυνη καθισμένη. Ίσα που φαινόταν το κεφάλι της. Ευτυχώς δεν τον πρόσεξε. Την άλλη φορά τον είχε διώξει κακήν κακώς με κλοτσιές και φωνές η θεόμουρλη. Δεν ήταν βλέπεις  ούτε καν εξωτερικός χρήστης. Κατά λάθος είχε μπει. Είχε χάσει το δρόμο του πάλι. Αυτή του μίλησε κάπως άσχημα και απότομα. Ουστ βρωμιάρη στο διάολο έξω από δω. Τον κυνήγησε μέχρι τα σκαλιά κάτω και οι φοιτητές τριγύρω γελούσαν με το χάλι του. Είχε φύγει κατατρομαγμένος τότε. Με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανείς να γελάσει μαζί του. Είχε βέβαια πάλι χάσει το δρόμο του μα εκείνη η υστερικιά κυρία πίσω από τον πάγκο σήμερα δεν τον πήρε χαμπάρι. Μπήκε μέσα ανενόχλητος και ανέβηκε τις σκάλες για τον δεύτερο όροφο. Με κάποια προφύλαξη βέβαια. Πάντα, όταν έμπαινε σε κλειστούς χώρους φοβόταν. Έτρεμαν τα πόδια του απ’ την αγωνία μα δεν έκανε πίσω. Ήταν λίγο περίεργος δηλαδή. Και του το ‘λεγε κι η μάνα του. Αγόρι μου μια μέρα θα το φας το κεφάλι σου. Όμως αυτός ήταν ξεροκέφαλος. Δεν άκουγε τίποτα και κανέναν. Συνέχεια απομακρυνόταν απ’ τους δικούς του και αλήτευε. Κι όπου τον βγάλει ο δρόμος.   

Κι ο δεύτερος όροφος ήταν ολότελα άδειος. Σιγή νεκρική όπως ταιριάζει σε τέτοιους χώρους. Πλησίασε τα ράφια με τα βιβλία και προσπάθησε να διαβάσει στη ράχη τους  τον τίτλο. Να δει σε τι αναφέρονται.  Δεν τα κατάφερε. Ήταν γραμμένα σε άγνωστη γλώσσα ακαταλαβίστικη. Δεν έβγαζε άκρη. Όχι ότι ενδιαφερόταν για κάτι συγκεκριμένο. Έτσι μέχρι να περάσει η μπόρα. Και από περιέργεια βέβαια. Στη μέση του διαδρόμου ήταν πεσμένο ένα μόνο του και ανοιγμένο στη μέση. Το μύρισε το έγλυψε και το δάγκωσε. Δεν είχε πολλές σελίδες. Χωρούσε στα δόντια του και άρχισε να το μασουλάει. Του άρεσε η γεύση του χαρτιού. Ουστ κοπρόσκυλο. Πάλι εδώ είσαι. Άκουσε ξαφνικά  τη γνώριμη γυναικεία φωνή και άρχισε να τρέμει απ’ το φόβο του. Γύρισε το κεφάλι του πίσω και την είδε να τρέχει κατά πάνω του κρατώντας ένα σκουπόξυλο. Με το βιβλίο ανάμεσα στα δόντια το έβαλε στα πόδια. Έτρεχε μέσα στους διαδρόμους όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Χανόταν στον ατέλειωτο λαβύρινθο. Γλιστρούσε και σκόνταφτε σε καρέκλες και τραπέζια. Έπεφτε και ξανασηκωνόταν.  Δεν μπορούσε να βρει την έξοδο και να ξεφύγει. Αυτή φώναζε βοήθεια κι από κάποια γραφεία βγήκαν τρεις άντρες. Άρχισαν όλοι να τον κυνηγούν. Προσπαθούσαν να τον περικυκλώσουν και να τον ακινητοποιήσουν σε κάποια γωνιά. Πάλι ο μπόγιας θα ήταν το πεπρωμένο του. Είχε ξαναδεί αυτό το κακό όνειρο. Ευτυχώς πάντα δραπέτευε. Του άρεσε η ελευθερία. Όμως την πρώτη φορά που τον είχανε στειρώσει τη θυμότανε καλά. Είχε πονέσει πολύ.

Κάποια στιγμή όπως έτρεχε είδε ανοιχτή μια λευκή πόρτα και μπήκε μέσα. Βρέθηκε στην τουαλέτα . Ήταν λάθος του. Εγκλωβίστηκε. Έβλεπε τους διώκτες του στην πόρτα λαχανιασμένους να κρατάνε το στομάχι και την σπλήνα τους απ’ την κούραση. Τους είχε ξεθεώσει μα τώρα τον είχαν του χεριού τους. Τον κοιτούσαν με άγριες διαθέσεις. Και τότε του ήρθε η ιδέα. Έτρεξε προς τη λεκάνη και κρατώντας καλά την αναπνοή του βούτηξε μέσα. Ήξερε καλό κολύμπι. Μόνο που ο σωλήνας της αποχέτευσης ήταν πολύ στενός. Ίσα που χωρούσε και φοβόταν μήπως σε κάποιο σημείο της διαδρομής σφηνώσει. Και το βιβλίο που κρατούσε ακόμα στα δόντια του  θα βρεχόταν και θα έλιωνε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να θυσιάσει τον χάρτινο μεζέ του. Όμως δεν ήξερε και που θα τον οδηγήσει αυτή η σκουληκότρυπα. Ίσως σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από δω. Ποιος ξέρει. Μα σε λίγα δευτερόλεπτα θα μάθαινε. Ξαφνικά βούτηξε μέσα και εξαφανίστηκε από μπροστά τους. Οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης κοίταξαν γεμάτοι απορία μέσα στη λεκάνη. Δεν είδαν τίποτα. Στο τέλος τράβηξαν χαμογελαστοί το καζανάκι και γύρισαν στα γραφεία τους.      

                                                                                                         Γιάννης Παπαγεωργίου                                                                                                         kotsilies.blogspot.com

Σάββατο 19 Απριλίου 2025

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και λαμπερή. Xαρά θεού. Το κασετόφωνο έπαιζε στη διαπασών τα τραγούδια ανάκατα λαϊκά με δημοτικά και η τσίκνα σού έσπαγε τη μύτη. Μόλις είχε βγει το κοκορέτσι. Οι καλεσμένοι τσιμπολογούσαν με μανία και οι συμπέθεροι γελαστοί και ορεξάτοι τους κερνούσαν κόκκινο κρασί. Είχαν πολλούς λόγους να χαίρονται. Τα παιδιά τους πριν από δυο χρόνια γνωρίστηκαν. Δεν είχαν πατήσει ακόμα τα εικοσιπέντε και παντρεύτηκαν στο άψε σβήσε. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος είπαν. Σύντομα γεννήθηκε και η κορούλα τους. Όλα ήταν βιαστικά και πρόσφατα. Αύριο θα γινόταν και το βαφτίσι της.

Οι γιαγιάδες δεν τσακώνονταν πλέον για το όνομα της μπέμπας (θα έπαιρνε και τα δύο ονόματα) και την έπαιζαν εναλλάξ στην αγκαλιά τους. Είχε πολύ όρεξη και κέφι η μικρούλα. Όλο χαρές και γελάκια ήταν και κουνούσε νευρικά την κουδουνίστρα της. Οι φίλοι και οι συγγενείς πίνανε και γλεντούσαν και κάθε τόσο φώναζαν να σας ζήσει και να την δείτε όπως επιθυμείτε μεγάλη και τρανή. Εις αύριον τα καλύτερα και τα πιο σπουδαία. Στο βαφτίσι που το γλέντι θα ήταν τρικούβερτο. Καλύτερο κι απ’ το σημερινό το πασχαλιάτικο.

Όταν βγήκε και το αρνί είχαν έρθει όλοι στο τσακίρ κέφι. Το κασετόφωνο έπαιζε τσάμικα και καλαματιανά. Οι συμπέθεροι έσερναν πρώτοι τον χορό και οι καλεσμένοι ακολουθούσαν. Ένας ξάδελφος τραβούσε βίντεο και κάποιοι άλλοι φωτογραφίες. Κάθε τόσο στον δρόμο παραέξω πετούσαν και καμιά στρακαστρούκα που περίσσεψε από χτες στην ανάσταση. Παρόλο που φέτος είχανε μείνει στην πόλη γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και της αγάπης σύμφωνα με όλες τις παραδόσεις και τα έθιμα του τόπου. Έστω και στριμωγμένοι στον μικρό κήπο του τριώροφου.

Το απόγευμα που άρχισε να πέφτει ο ήλιος τσούγκρισαν και τα αυγά. Ξεθεωμένοι απ’ το φαγητό το πιοτό και τον χορό χαλάρωναν στις καρέκλες τους. Ένιωθαν πλήρεις και ευτυχισμένοι. Ούτε τσακωμούς είχαν ούτε ειρωνείες και βρισίματα όπως ήξεραν από άλλα γιορτάσια όταν μαζεύονταν τα σόγια. Όμως όχι. Το δικό τους δεν ήταν τραπέζι χολής και μίσους. Τίποτα δεν είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους. Και κάποιοι που ήταν τσακωμένοι τούτη την άγια μέρα έδιναν τόπο στην οργή και  ψευτοχαμογελούσαν. Μόνο το  αγγελούδι τους είχε από ώρα αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μαμάς του κι έβλεπε όμορφα όνειρα. Σε λίγο οι καλεσμένοι άρχισαν να  φεύγουν. Εις αύριον τα καλύτερα και τα πιο σπουδαία ευχόντουσαν. Και του χρόνου. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν αποχαιρετίστηκαν τελευταίοι και  οι συμπέθεροι.

Την άλλη μέρα έγινε και το βαφτίσι. Στο μαγαζί οι συμπέθεροι γελαστοί και ορεξάτοι  κερνούσαν πάλι κόκκινο κρασί τους καλεσμένους. Ο φωτογράφος αποθανάτιζε τους φίλους και τους συγγενείς χαρούμενους και ευτυχισμένους. Τελευταίες τραβήχτηκαν οι οικογενειακές φωτογραφίες των παιδιών με τον νουνό. Στη μέση κρατούσαν την κορούλα τους και χαμογελούσαν. Μόνο για μια στιγμή ο ένας συμπέθερος μιλώντας παράμερα με την αδερφή του ξέσπασε σε κλάματα μάλλον απ’ την συγκίνηση των ημερών.

Αργά το απόγευμα μετά την τούρτα οι συγγενείς και οι φίλοι άρχισαν να αραιώνουν. Να σας ζήσει ευχόντουσαν και ο παππάς  έδωσε για άλλη μια φορά την ευλογία του. Ο θεός θέλει να σας βλέπει αγαπημένους και μονιασμένους τους είπε και τους σταύρωσε τρεις φορές. Και αυτοί με σεβασμό έσκυψαν και του φίλησαν το χέρι.

Μετά από λίγες μέρες αφού πέρασαν οι γιορτές και τελείωσαν τα γλέντια κι οι χοροί τα παιδιά πήγαν στους δικηγόρους τους. Το διαζύγιο βγήκε  κοινή συναινέσει λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων είπαν χωρίς διατροφές κλάματα και άλλες τραγωδίες. Κοινή θα ήταν και η επιμέλεια της κόρης τους. Έτσι αποφάσισαν. Oι συμπέθεροι δεν βρέθηκαν ξανά στο ίδιο τραπέζι.


Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ

Χτυπήθηκε απ’ τον θάνατο την στιγμή της δόξας  του.

Οι γυναίκες του Μοντιλιάνι είναι γυμνά αερικά με στόματα μικρά και άδειες κόγχες. Το βλέμμα τους είναι πάντα μελαγχολικό και καρφώνει συνέχεια το άπειρο. Τους αρέσει μόνο να ξαπλώνουν νωχελικά σαν τις γατούλες και να χαϊδεύονται. Ο Αμεντέο κάθεται στο μπαρ και τις χαζεύει. Παραμένει ακόμα ανυπάκουος ταραξίας και αδέκαρος. Πίνει αψέντι και διαβάζει Νίτσε. Βήχει δυνατά και κάθε τόσο ξερνάει μαύρο σαπισμένο αίμα. Η Ζαν είναι το παντοτινό μοντέλο του και η γυναίκα της ζωής του. Στέκεται δίπλα του και τον παρακαλεί να προσέχει την υγεία του. Του λέει να μην πίνει πολύ. Κρατάει τρυφερά τα χέρια του μέσα στα δικά της και  χαϊδεύει τα όμορφα μακριά του μαλλιά. Αυτός πίνει άλλη μια γουλιά απ’ το πράσινο δυναμωτικό του  και της χαμογελά με αθωότητα. Όταν γνωρίσω την ψυχή σου θα ζωγραφίσω και τα μάτια σου της λέει και  η τυφλή κοπέλα κοκκινίζει από ντροπή.


Γιάννης Παπαγεωργίου

                Kotsilies.blogspot.com

 

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ

Στον Γιάννη Βαΐτσα

Φίλε μου τα χρόνια πέρασαν και η καρδιά μας γέρασε. Μίσθια δουλειά και ατέλειωτοι σωροί χαρτιών. Συναλλαγές και φριχτές ανταποδόσεις. Έγνοιες μικρές και λύπες μας εκούρασαν. Θολώσανε τα μάτια και ο νους μας. Λειώσαμε και τελειώσαμε σαν στήλες στα γραφεία. Υπήρξαμε ανδρείκελα της μοίρας ξεχασμένα με αισθήσεις διάχυτες και σώμα τρύπιο φαγωμένο που στη θύμηση πονά. Νύχτα αξημέρωτη υπήρξε η ζωή μας που η αγάπη άργησε και μας προσπέρασε. Δεν έφτασε ποτέ. Τίποτα πλέον φίλε μου δεν μας σώνει. Κι όπου κι αν πάμε μια βαριά σκιά από πάνω μας σαν σύννεφο ακολουθεί και μας σκεπάζει.

Είχαμε την κακιά την ώρα μέσα μας. Ρηγάδες ήμασταν που πολέμησαν για ανύπαρχτα βασίλεια και τώρα γυρίζουμε στα ακάθαρτα του δρόμου με τα φτερά σπασμένα και μάτι θολό και βήμα τσακισμένο. Ωχροί λεροί κι ασήμαντοι και ο καθένας μόνος του από άλλο δρόμο. Και πόσο νέοι φτάσαμε εδώ πέρα. Πόσο γρήγορα. Γιατί βιαστήκαμε δεν μάθαμε. Κανέναν δεν ρωτήσαμε σ’ αυτό το έρημο νησί στο χείλος της αβύσσου. Σέρνοντας μαζί  στο φθονερό καταφύγιο την αιώνια λύπη.

Το ξέρεις φίλε πια καλά πως όταν οι άνθρωποι θέλουν να σε πονέσουν σκαρφίζονται χιλιάδες τρόπους να το κάνουν. Πέταξε το όπλο απ’ τα χέρια σου και τρέξε μακριά. Σωριάσου πρηνής. Τον νου σου. Φυλάξου από τα γύναια και το μαστροπό λαό σου. Τα χάχανα του κόσμου δεν πρέπει να σε αγγίζουν. Κράτησέ τους όλους μακριά. Μόνο τα όνειρά σου σφίξε δυνατά στην αγκαλιά σου. Αυτά μην τα προδώσεις. Των συνετών δεν είναι τόσο ωραία.

Και να γράφεις φίλε. Να ταξιδεύεις. Εμείς δεν έχουμε άλλο τρόπο. Δεν έχουμε άλλη γη. Δικά μας παιδιά οι λέξεις. Απ’ το αίμα και απ’ το σπέρμα μας βγαλμένες.

         Γιάννης Παπαγεωργίου

kotsilies.blogspot.com

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

ΝΤΟΥΠ!

Είχε βραδιάσει για τα καλά. Μεσάνυχτα και κάτι. Γυρνούσα σπίτι απ’ τον δρόμο της παραλίας και το είδα μπροστά μου ξαφνικά. Ήταν ξαπλωμένο στη μέση του δρόμου και φαινόταν ζαλισμένο.  Δεν μπορούσε να κάνει βήμα ούτε και  να καταλάβει  τι του είχε συμβεί. Ήταν μικρό και κατάμαυρο και λίγες στιγμές πιο πριν κλωτσούσε πετρούλες πλάι στο κύμα ανακαλύπτοντας τον κόσμο. Άκουσε τη μαμά του να το φωνάζει για φαγητό και θέλησε να περάσει πάλι τον δρόμο και να βρεθεί κοντά της. Δεν πρόλαβε. Τώρα είναι σωριασμένο στο δρόμο καταμεσής και δεν βγάζει άχνα. Απ’ τα μάτια του τρέχουν αίματα μα με όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει σηκώνει το κεφαλάκι του και την κοιτάζει με απορία. Παραδίπλα τα αδέρφια του αμέριμνα παίζουν και γελούν. Το είδα κάπως αργά και δεν πρόλαβα να φρενάρω. Πρόσεξα τουλάχιστον να μην το πατήσω. Όμως την ώρα που πέρναγα από πάνω του άκουσα ένα μικρό θόρυβο. Ντουπ! Δεν το περίμενα. Κοίταξα πίσω στον καθρέφτη. Πλέον δεν φαινόταν τίποτα. Μόνο μια κόκκινη λίμνη.

Γιάννης Παπαγεωργίου

kotsilies.blogspot.com

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΟΛΓΑΣ

Μνήμη Μάκη Σκλήβα (1931-2022)

Από χτες έβαλε ζέστες και δεν φυσάει καθόλου. Τα δέντρα στέκονται ακίνητα σαν πεθαμένα. Κάποια παιδάκια παίζουν ακόμα στις κούνιες. Νεαροί κουβεντιάζουν στα παγκάκια. Τα περιστέρια ψαχουλεύουν στο τσιμέντο για ψίχουλα και σπόρια. Ο ήλιος από ώρα έχει κρυφτεί πίσω από τις πολυκατοικίες. Το καφενείο έχει λίγο κόσμο και η εφημερίδα δεν γράφει τίποτα το σημαντικό. Μόνο τρεις κηδείες στην προτελευταία σελίδα. Αυτή είναι γύρω στα σαράντα και κάθεται μόνη της. Καπνίζει αργά. Φοράει εφαρμοστό τζιν και μπλούζα καφετιά στο χρώμα των μαλλιών της. Είναι όμορφη σοβαρή και λυπημένη. Αξιοπρεπής και πλήρης. Έχει φινέτσα και τύπο. Ερωτεύσιμη. Το παιδί με το δίσκο της φέρνει το ούζο που είχε παραγγείλει. Πίνει μια γουλιά και τραβάει μια τζούρα απ’ το τσιγάρο της κοιτάζοντας ψηλά την τέντα του μαγαζιού. Ένας ξεθωριασμένος σκύλος περνάει από δίπλα της  και της κουνάει την ουρά. Δεν του δίνει σημασία. Συνεχίζει να καπνίζει και να πίνει το ούζο της. Χτυπάει το κινητό της και το σηκώνει αμέσως. Αυθωρεί και παραχρήμα. Ψάχνει τριγύρω χαρούμενη. Τα μάτια της ζωηρεύουν βγάζοντας μικρές φλογίτσες. Την πλησιάζει ένας άντρας στην ηλικία της. Την αγκαλιάζει και την φιλάει. Γελούν και οι δυο με την καρδιά τους. Φαίνονται ερωτευμένοι και για μια στιγμή ευτυχισμένοι. Ένας πλανόδιος μουσικός παίζει ακορντεόν και τραγουδά ένα παλιό ρετρό. Η φωνή του είναι βραχνή και φάλτσα. Ακούγεται κουρασμένος μα τα δίνει όλα. Όταν τελειώνει το τραγούδι ζητάει μια μικρή βοήθεια. Δεν του δίνει κανείς και φεύγει με σκυμμένο το κεφάλι για το επόμενο μαγαζί. Το κουρασμένο τετράποδο τον ακολουθεί χωρίς λόγο. Εκείνο το απόγευμα το γυφτάκι που πουλάει τα κόκκινα μπρελόκ δεν πέρασε.

Γιάννης Παπαγεωργίου

kotsilies.blogspot.com 


ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΩΝ ΠΟΘΩΝ.

  Όταν ο έρωτας έρχεται δυνατά και ορμητικά,  σαν θύελλα που σαρώνει το παλιό μας σύμπαν,  χτυπά όλες τις αισθήσεις, ξαφνικά, βαθιά  κι αφήν...