Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Ο ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΣ

Η βιβλιοθήκη μόλις είχε ανοίξει. Ανέβηκε τρέχοντας τα εξήντα δύο σκαλοπάτια της. Τόσα ήταν. Τα είχε τσεκάρει αρκετές φορές μα για σιγουριά κάθε φορά τα ξαναμετρούσε. Ίσως και για παιχνίδι. Κι αυτή τη φορά ανέβηκε τρέχοντας και λαχάνιασε. Ήταν πρωί ακόμα. Έβρεχε κι ο ήλιος δεν είχε βγει. Δεν ίδρωσε πολύ. Μόνο που του κόπηκαν τα πόδια απ’ την τρεχάλα. Η εξώπορτα του κτηρίου ήταν μισάνοιχτη. Μέσα δεν υπήρχε ψυχή. Μόνο την καθαρίστρια πρόσεξε που κείνη την ώρα είχε τελειώσει τη δουλειά της κι έφευγε. Του κούνησε το χέρι και του χαμογέλασε. Σήμερα ήταν ευδιάθετη. Κοίταξε άλλη μια φορά τριγύρω και μπήκε μέσα διστακτικά.

Πίσω απ’ τον γκισέ του δανεισμού είδε την υπεύθυνη καθισμένη. Ίσα που φαινόταν το κεφάλι της. Ευτυχώς δεν τον πρόσεξε. Την άλλη φορά τον είχε διώξει κακήν κακώς με κλοτσιές και φωνές η θεόμουρλη. Δεν ήταν βλέπεις  ούτε καν εξωτερικός χρήστης. Κατά λάθος είχε μπει. Είχε χάσει το δρόμο του πάλι. Αυτή του μίλησε κάπως άσχημα και απότομα. Ουστ βρωμιάρη στο διάολο έξω από δω. Τον κυνήγησε μέχρι τα σκαλιά κάτω και οι φοιτητές τριγύρω γελούσαν με το χάλι του. Είχε φύγει κατατρομαγμένος τότε. Με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανείς να γελάσει μαζί του. Είχε βέβαια πάλι χάσει το δρόμο του μα εκείνη η υστερικιά κυρία πίσω από τον πάγκο σήμερα δεν τον πήρε χαμπάρι. Μπήκε μέσα ανενόχλητος και ανέβηκε τις σκάλες για τον δεύτερο όροφο. Με κάποια προφύλαξη βέβαια. Πάντα, όταν έμπαινε σε κλειστούς χώρους φοβόταν. Έτρεμαν τα πόδια του απ’ την αγωνία μα δεν έκανε πίσω. Ήταν λίγο περίεργος δηλαδή. Και του το ‘λεγε κι η μάνα του. Αγόρι μου μια μέρα θα το φας το κεφάλι σου. Όμως αυτός ήταν ξεροκέφαλος. Δεν άκουγε τίποτα και κανέναν. Συνέχεια απομακρυνόταν απ’ τους δικούς του και αλήτευε. Κι όπου τον βγάλει ο δρόμος.   

Κι ο δεύτερος όροφος ήταν ολότελα άδειος. Σιγή νεκρική όπως ταιριάζει σε τέτοιους χώρους. Πλησίασε τα ράφια με τα βιβλία και προσπάθησε να διαβάσει στη ράχη τους  τον τίτλο. Να δει σε τι αναφέρονται.  Δεν τα κατάφερε. Ήταν γραμμένα σε άγνωστη γλώσσα ακαταλαβίστικη. Δεν έβγαζε άκρη. Όχι ότι ενδιαφερόταν για κάτι συγκεκριμένο. Έτσι μέχρι να περάσει η μπόρα. Και από περιέργεια βέβαια. Στη μέση του διαδρόμου ήταν πεσμένο ένα μόνο του και ανοιγμένο στη μέση. Το μύρισε το έγλυψε και το δάγκωσε. Δεν είχε πολλές σελίδες. Χωρούσε στα δόντια του και άρχισε να το μασουλάει. Του άρεσε η γεύση του χαρτιού. Ουστ κοπρόσκυλο. Πάλι εδώ είσαι. Άκουσε ξαφνικά  τη γνώριμη γυναικεία φωνή και άρχισε να τρέμει απ’ το φόβο του. Γύρισε το κεφάλι του πίσω και την είδε να τρέχει κατά πάνω του κρατώντας ένα σκουπόξυλο. Με το βιβλίο ανάμεσα στα δόντια το έβαλε στα πόδια. Έτρεχε μέσα στους διαδρόμους όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Χανόταν στον ατέλειωτο λαβύρινθο. Γλιστρούσε και σκόνταφτε σε καρέκλες και τραπέζια. Έπεφτε και ξανασηκωνόταν.  Δεν μπορούσε να βρει την έξοδο και να ξεφύγει. Αυτή φώναζε βοήθεια κι από κάποια γραφεία βγήκαν τρεις άντρες. Άρχισαν όλοι να τον κυνηγούν. Προσπαθούσαν να τον περικυκλώσουν και να τον ακινητοποιήσουν σε κάποια γωνιά. Πάλι ο μπόγιας θα ήταν το πεπρωμένο του. Είχε ξαναδεί αυτό το κακό όνειρο. Ευτυχώς πάντα δραπέτευε. Του άρεσε η ελευθερία. Όμως την πρώτη φορά που τον είχανε στειρώσει τη θυμότανε καλά. Είχε πονέσει πολύ.

Κάποια στιγμή όπως έτρεχε είδε ανοιχτή μια λευκή πόρτα και μπήκε μέσα. Βρέθηκε στην τουαλέτα . Ήταν λάθος του. Εγκλωβίστηκε. Έβλεπε τους διώκτες του στην πόρτα λαχανιασμένους να κρατάνε το στομάχι και την σπλήνα τους απ’ την κούραση. Τους είχε ξεθεώσει μα τώρα τον είχαν του χεριού τους. Τον κοιτούσαν με άγριες διαθέσεις. Και τότε του ήρθε η ιδέα. Έτρεξε προς τη λεκάνη και κρατώντας καλά την αναπνοή του βούτηξε μέσα. Ήξερε καλό κολύμπι. Μόνο που ο σωλήνας της αποχέτευσης ήταν πολύ στενός. Ίσα που χωρούσε και φοβόταν μήπως σε κάποιο σημείο της διαδρομής σφηνώσει. Και το βιβλίο που κρατούσε ακόμα στα δόντια του  θα βρεχόταν και θα έλιωνε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να θυσιάσει τον χάρτινο μεζέ του. Όμως δεν ήξερε και που θα τον οδηγήσει αυτή η σκουληκότρυπα. Ίσως σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από δω. Ποιος ξέρει. Μα σε λίγα δευτερόλεπτα θα μάθαινε. Ξαφνικά βούτηξε μέσα και εξαφανίστηκε από μπροστά τους. Οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης κοίταξαν γεμάτοι απορία μέσα στη λεκάνη. Δεν είδαν τίποτα. Στο τέλος τράβηξαν χαμογελαστοί το καζανάκι και γύρισαν στα γραφεία τους.      

                                                                                                         Γιάννης Παπαγεωργίου                                                                                                         kotsilies.blogspot.com

2 σχόλια:

  1. Εξαιρετικό διήγημα με απρόβλεπτο τέλος!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ έξυπνη ιδέα και πλοκή, συμπυκνωμένη σε τόσο λίγο χώρο. Συγχαρητήρια για το διήγημα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΩΝ ΠΟΘΩΝ.

  Όταν ο έρωτας έρχεται δυνατά και ορμητικά,  σαν θύελλα που σαρώνει το παλιό μας σύμπαν,  χτυπά όλες τις αισθήσεις, ξαφνικά, βαθιά  κι αφήν...