Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ

Κηρύξανε ιερό πόλεμο κατά του ανθρώπου του άπιστου του δολερού και του ανευλαβή. Aυτοί τουλάχιστον πιστεύουν σε κάτι εξαίσια μεταθάνατο και αυτοκτονούν. Eκεί που πάνε σίγουρα θα είναι καλύτερα τα πράγματα. Πάντα στα δεξιά του προφήτη και δίπλα του.  Κι όσο περισσότερο το αίμα που τον ποτίζουν για να ξεδιψάσει τόσο πιο κοντά του. Νέος μεσαίωνας ισλαμικός όπου η Ιερά Εξέταση ωχριούσε μπροστά του. Έτσι θα πούνε οι ιστορικοί του μέλλοντος. Χίλια χρόνια κράτησε κι αυτός. Η νέα πανούκλα. Ο θάνατος έγινε πάλι καθημερινή υπόθεση με πάμπολλες τρομοκρατικές επιθέσεις. Όλοι κινδυνεύουν. Οι άνθρωποι μπαίνουν μέσα σε κλουβιά για να προφυλαχτούν και τι ζωή να ζήσουν έτσι και για πιο λόγο άραγε. Μα όλα για του θεού την πίστη την αγία ενώ η ανθρώπινη ζωή και πάλι έχει μηδαμινή αξία. Και τι έγινε αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε όλοι θα πεθάνουμε. Τι σήμερα τι αύριο τι στα εκατό τι στα οκτώ. Τίποτα δεν έχει σημασία. Ο θάνατος είναι ο πιο δημοκράτης. Αυτός δεν κοιτάζει πλούσιους και φτωχούς ούτε βόρειους και νότιους ούτε μορφωμένους και αμαθείς. Ο θάνατος είναι ο πραγματικός θεός και κείνοι οι προφήτες του που μοιράζουν στα τυφλά φωτιά και ατσάλι. Όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο. Θυσία στον άγνωστο θεό της αγάπης και της σοφίας. Πίθηκοι και ουρακοτάγκοι. Η ανθρώπινη κατάσταση. Η εκδίκηση των φτωχών και των απελπισμένων. Ο επίγειος παράδεισος της ελευθερίας και της δικαιοσύνης αποδείχτηκε όνειρο απατηλό. Ίσως κάποτε στο μέλλον. Είναι νόμος της ιστορίας. Έτσι λένε οι υπεραισιόδοξοι. Προς το παρόν λούφα και παραλλαγή μα μην χάνουμε το κουράγιο μας και πάντα να ελπίζουμε. Στη φωτογραφία το πτώμα του κοριτσιού βρίσκεται κλεισμένο μέσα στη σακούλα. Δίπλα η κούκλα με το ροζ φορεματάκι είναι γεμάτη σκόνη τρύπες αίματα. Είναι κι αυτή νεκρή με τα γαλανά της μάτια ορθάνοιχτα. Ας πάει κάποιος να της τα κλείσει.

                                                                                      Γιάννης Παπαγεωργίου  

                                                                                       Kotsilies.blogspot.com

 

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Ο ΒΙΒΛΙΟΦΑΓΟΣ

Η βιβλιοθήκη μόλις είχε ανοίξει. Ανέβηκε τρέχοντας τα εξήντα δύο σκαλοπάτια της. Τόσα ήταν. Τα είχε τσεκάρει αρκετές φορές μα για σιγουριά κάθε φορά τα ξαναμετρούσε. Ίσως και για παιχνίδι. Κι αυτή τη φορά ανέβηκε τρέχοντας και λαχάνιασε. Ήταν πρωί ακόμα. Έβρεχε κι ο ήλιος δεν είχε βγει. Δεν ίδρωσε πολύ. Μόνο που του κόπηκαν τα πόδια απ’ την τρεχάλα. Η εξώπορτα του κτηρίου ήταν μισάνοιχτη. Μέσα δεν υπήρχε ψυχή. Μόνο την καθαρίστρια πρόσεξε που κείνη την ώρα είχε τελειώσει τη δουλειά της κι έφευγε. Του κούνησε το χέρι και του χαμογέλασε. Σήμερα ήταν ευδιάθετη. Κοίταξε άλλη μια φορά τριγύρω και μπήκε μέσα διστακτικά.

Πίσω απ’ τον γκισέ του δανεισμού είδε την υπεύθυνη καθισμένη. Ίσα που φαινόταν το κεφάλι της. Ευτυχώς δεν τον πρόσεξε. Την άλλη φορά τον είχε διώξει κακήν κακώς με κλοτσιές και φωνές η θεόμουρλη. Δεν ήταν βλέπεις  ούτε καν εξωτερικός χρήστης. Κατά λάθος είχε μπει. Είχε χάσει το δρόμο του πάλι. Αυτή του μίλησε κάπως άσχημα και απότομα. Ουστ βρωμιάρη στο διάολο έξω από δω. Τον κυνήγησε μέχρι τα σκαλιά κάτω και οι φοιτητές τριγύρω γελούσαν με το χάλι του. Είχε φύγει κατατρομαγμένος τότε. Με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανείς να γελάσει μαζί του. Είχε βέβαια πάλι χάσει το δρόμο του μα εκείνη η υστερικιά κυρία πίσω από τον πάγκο σήμερα δεν τον πήρε χαμπάρι. Μπήκε μέσα ανενόχλητος και ανέβηκε τις σκάλες για τον δεύτερο όροφο. Με κάποια προφύλαξη βέβαια. Πάντα, όταν έμπαινε σε κλειστούς χώρους φοβόταν. Έτρεμαν τα πόδια του απ’ την αγωνία μα δεν έκανε πίσω. Ήταν λίγο περίεργος δηλαδή. Και του το ‘λεγε κι η μάνα του. Αγόρι μου μια μέρα θα το φας το κεφάλι σου. Όμως αυτός ήταν ξεροκέφαλος. Δεν άκουγε τίποτα και κανέναν. Συνέχεια απομακρυνόταν απ’ τους δικούς του και αλήτευε. Κι όπου τον βγάλει ο δρόμος.   

Κι ο δεύτερος όροφος ήταν ολότελα άδειος. Σιγή νεκρική όπως ταιριάζει σε τέτοιους χώρους. Πλησίασε τα ράφια με τα βιβλία και προσπάθησε να διαβάσει στη ράχη τους  τον τίτλο. Να δει σε τι αναφέρονται.  Δεν τα κατάφερε. Ήταν γραμμένα σε άγνωστη γλώσσα ακαταλαβίστικη. Δεν έβγαζε άκρη. Όχι ότι ενδιαφερόταν για κάτι συγκεκριμένο. Έτσι μέχρι να περάσει η μπόρα. Και από περιέργεια βέβαια. Στη μέση του διαδρόμου ήταν πεσμένο ένα μόνο του και ανοιγμένο στη μέση. Το μύρισε το έγλυψε και το δάγκωσε. Δεν είχε πολλές σελίδες. Χωρούσε στα δόντια του και άρχισε να το μασουλάει. Του άρεσε η γεύση του χαρτιού. Ουστ κοπρόσκυλο. Πάλι εδώ είσαι. Άκουσε ξαφνικά  τη γνώριμη γυναικεία φωνή και άρχισε να τρέμει απ’ το φόβο του. Γύρισε το κεφάλι του πίσω και την είδε να τρέχει κατά πάνω του κρατώντας ένα σκουπόξυλο. Με το βιβλίο ανάμεσα στα δόντια το έβαλε στα πόδια. Έτρεχε μέσα στους διαδρόμους όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Χανόταν στον ατέλειωτο λαβύρινθο. Γλιστρούσε και σκόνταφτε σε καρέκλες και τραπέζια. Έπεφτε και ξανασηκωνόταν.  Δεν μπορούσε να βρει την έξοδο και να ξεφύγει. Αυτή φώναζε βοήθεια κι από κάποια γραφεία βγήκαν τρεις άντρες. Άρχισαν όλοι να τον κυνηγούν. Προσπαθούσαν να τον περικυκλώσουν και να τον ακινητοποιήσουν σε κάποια γωνιά. Πάλι ο μπόγιας θα ήταν το πεπρωμένο του. Είχε ξαναδεί αυτό το κακό όνειρο. Ευτυχώς πάντα δραπέτευε. Του άρεσε η ελευθερία. Όμως την πρώτη φορά που τον είχανε στειρώσει τη θυμότανε καλά. Είχε πονέσει πολύ.

Κάποια στιγμή όπως έτρεχε είδε ανοιχτή μια λευκή πόρτα και μπήκε μέσα. Βρέθηκε στην τουαλέτα . Ήταν λάθος του. Εγκλωβίστηκε. Έβλεπε τους διώκτες του στην πόρτα λαχανιασμένους να κρατάνε το στομάχι και την σπλήνα τους απ’ την κούραση. Τους είχε ξεθεώσει μα τώρα τον είχαν του χεριού τους. Τον κοιτούσαν με άγριες διαθέσεις. Και τότε του ήρθε η ιδέα. Έτρεξε προς τη λεκάνη και κρατώντας καλά την αναπνοή του βούτηξε μέσα. Ήξερε καλό κολύμπι. Μόνο που ο σωλήνας της αποχέτευσης ήταν πολύ στενός. Ίσα που χωρούσε και φοβόταν μήπως σε κάποιο σημείο της διαδρομής σφηνώσει. Και το βιβλίο που κρατούσε ακόμα στα δόντια του  θα βρεχόταν και θα έλιωνε. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να θυσιάσει τον χάρτινο μεζέ του. Όμως δεν ήξερε και που θα τον οδηγήσει αυτή η σκουληκότρυπα. Ίσως σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από δω. Ποιος ξέρει. Μα σε λίγα δευτερόλεπτα θα μάθαινε. Ξαφνικά βούτηξε μέσα και εξαφανίστηκε από μπροστά τους. Οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης κοίταξαν γεμάτοι απορία μέσα στη λεκάνη. Δεν είδαν τίποτα. Στο τέλος τράβηξαν χαμογελαστοί το καζανάκι και γύρισαν στα γραφεία τους.      

                                                                                                         Γιάννης Παπαγεωργίου                                                                                                         kotsilies.blogspot.com

Τρίτη 20 Μαΐου 2025

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

 





ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

 

            Η τεχνολογική επανάσταση επέφερε ραγδαία εξέλιξη στις ιατρικές και τεχνολογικές επιστήμες και βελτίωσε αισθητά από μια σκοπιά το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων. Στο βωμό του κέρδους οι μεγιστάνες και αυτοί που ελέγχουν αόρατα τα νήματα της εξουσίας, χρηματοδοτούσαν προγράμματα τεχνολογικής εξέλιξης. Στη συνέχεια οι κυβερνήτες των κρατών, παρασυρόμενοι από τους πραγματικούς εξουσιαστές, άρχισαν να δαπανούν όλο και μεγαλύτερα κονδύλια για  Τμήματα Θετικών Επιστημών, με αποτέλεσμα να κλείνουν όλο και περισσότερα Τμήματα Ανθρωπιστικών Επιστημών, σε όλες τις περιοχές του πλανήτη. Αυτό δεν έγινε απότομα αλλά σταδιακά. Ξεκίνησε από αλλαγές μαθημάτων στα Σχολεία. Τα λίγα εναπομείναντα Ανθρωπιστικά Τμήματα, λειτουργούσαν πλέον με πενιχρούς δημόσιους πόρους, και δεν υπήρχαν πια ιδιωτικές χορηγίες για έρευνα. Η Παιδεία έπαψε να είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος ως αντικείμενο μελέτης παραγκωνίστηκε. Οι ιθύνοντες της Παιδείας δεν ενδιαφέρονταν να φτιάξουν ανθρώπους με ανεπτυγμένη κρίση, αξιακό ηθικό σύστημα και ευρύτερη παιδεία, αλλά εξειδικευμένους τεχνοκράτες.

            Οι αντιδράσεις στο χώρο των πνευματικών ανθρώπων ήταν ποικίλες. Κάποιοι συμβιβάστηκαν είτε φοβούμενοι να χάσουν τη θέση τους, είτε να μείνουν στάσιμοι στην Ακαδημαϊκή ιεραρχία, κάποιοι άλλοι αποστασιοποιήθηκαν και αποτραβήχτηκαν από  το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, ενώ κάποιοι άλλοι αρθρογράφησαν και τοποθετήθηκαν ενάντια στη νέα κατάσταση, αλλά οι εισηγήσεις τους τέθηκαν στο περιθώριο από τους ιθύνοντες. Μετά από μερικά χρόνια άρχισαν να φαίνονται οι επιπτώσεις σαν φυσικό επακόλουθο. Μόνο ένας συνέχιζε επίμονα να αρθρογραφεί για την έλλειψη των Ανθρωπιστικών Τμημάτων. Βλέποντας ότι δεν είχε απήχηση στους ιθύνοντες, αποφάσισε να αναλάβει μεγαλύτερη δράση. Είχε την επίγνωση  ότι το φορτίο θα το σήκωνε μόνος του, όπως ο Χριστός το σταυρό του.

            Ο Αθανάσιος Γαρδενάκης γόνος εύπορης Κρητικής οικογένειας και λέκτορας Φιλοσοφίας, έβλεπε τις συνέπειες των πολιτικών που εφαρμόστηκαν στον κοινωνικό ιστό. Το αξιακό κοινωνικό σύστημα είχε μετατοπιστεί από τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες αξίες, στην αξία του κέρδους και του χρήματος. Οι πολιτικοί είχαν μετατραπεί σε διαχειριστές, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την ευημερία των δεικτών και των αριθμών. Έκαναν περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες και εξαθλίωναν σταδιακά το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Έλεγχαν όλες τις αρχές ακόμα και τη Δικαιοσύνη, η οποία είχε εκφυλιστεί. Η διαφθορά υπήρχε απροκάλυπτα ως κάτι φυσιολογικό σε κάθε τομέα της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Οι αξίες της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας είχαν ευτελιστεί. Οι άνθρωποι είχαν γίνει απόλυτα εγωκεντρικοί και οι ανθρώπινες σχέσεις επιφανειακές.

            Ήταν κάποτε αρραβωνιασμένος με τη Λίζα και επρόκειτο να παντρευτούν. Το τέλειο ζευγάρι έλεγαν όλοι. Εκείνη είχε σπουδάσει οικονομικές επιστήμες και δούλευε σε μια εταιρία, ενώ εκείνος έκανε τη διδακτορική του διατριβή και έχτιζε την ακαδημαϊκή του καριέρα. Ζούσαν άνετα μια ανέφελη ζωή με έντονη κοινωνική δραστηριότητα χωρίς δυσκολίες. Όμως κάποια στιγμή η μητέρα του μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, απέκτησε σοβαρά κινητικά προβλήματα σε συνδυασμό με μία άνοια που σταδιακά χειροτέρευε. Ο πατέρας του δε ζούσε. Ξόδεψε αρκετά χρήματα και αφιέρωσε πολύ χρόνο μέχρι να καταφέρει να επαναφέρει την υγεία της μητέρας του σε ικανοποιητικό επίπεδο. Σε όλη αυτή την περιπέτεια η Λίζα ήταν απούσα, παρόλο που του ξεστόμιζε συνέχεια παχιά, κενά λόγια αγάπης. Συνέχιζε απερίσπαστη τις κοινωνικές της δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα παραπονιόταν σε κείνον ότι δεν τη συνόδευε στις κοινωνικές της εμφανίσεις. Είχε έρθει κάποιες φορές τυπικά για λίγο στο νοσοκομείο ως μια απλή επισκέπτρια. Ήταν εντελώς αμέτοχη στην προσπάθειά του και αφοσιωμένη στις δικές της προτεραιότητες σαν να ήταν μια ξένη. Τη χώρισε, τελείωσε το διδακτορικό του, πήρε έδρα στο Πανεπιστήμιο και μετά από κάποιους μήνες έχασε τη μητέρα του. Ήταν ένας περιζήτητος εργένης. Τότε η Λίζα τον προσέγγισε ξανά, θυμίζοντας του τις ωραίες στιγμές τους, ενώ εκείνος της ανέφερε τις δυσκολίες που πέρασε μόνος του στη διάρκεια της σχέσης τους. «Ψάχνω για σύντροφο και όχι για συνέταιρο, ούτε για μία κούφια συνοδό στις κοσμικές εμφανίσεις» της είπε και την ξαπόστειλε.  Στον περίγυρο του είχε λίγους εκλεκτούς φίλους και συγγενείς με ειλικρινείς και ουσιαστικές σχέσεις. Καθετί επιφανειακό και ανούσιο το είχε διαγράψει από τη ζωή του.

            Ένα απόγευμα βρισκόταν στο γραφείο του και μελετούσε κάτι άρθρα σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και την αναβάθμιση του ανθρώπου μέσω της τεχνολογίας. Διάβαζε τις απόψεις των υπερανθρωπιστών, που πιστεύουν στην ανθρώπινη αναβάθμιση μέσω της τεχνολογίας, για τεχνολογικά εμφυτεύματα που μπορούν να βελτιώσουν την όραση του ανθρώπου, ακόμα και την ικανότητα του εγκεφάλου να επεξεργάζεται ταχύτατα πληροφορίες σαν υπολογιστής, για νέες τεχνολογίες που θα έδιναν στον άνθρωπο περισσότερες δυνατότητες. Αυτό θα αύξανε τις κοινωνικές ανισότητες, διότι μόνο οι εύποροι θα είχαν την οικονομική δυνατότητα για αναβάθμιση των βιολογικών ικανοτήτων  τους, με αποτέλεσμα να υπερτερούν από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Όμως αυτό που τον προβλημάτισε πιο έντονα, είναι οι απόψεις των μετανθρωπιστών. Οι μετανθρωπιστές στοχεύουν στην τελική υπέρβαση του ανθρώπου ακόμα και σε μεταβιολογική μορφή. Το μόνο που θα απομείνει είναι  η νόηση. Συνεπώς οραματίζονται το τέλος του ανθρώπου και της ανθρώπινης ιστορίας και τη δημιουργία ενός μεταλλαγμένου είδους, που δε θα έχει καμία βιολογική σχέση με το σημερινό άνθρωπο. Όταν τελείωσε το διάβασμα, έβαλε μουσική και άρχισε να στοχάζεται. Συλλογιζόταν τη σημερινή κοινωνική σήψη, σε συνδυασμό με τη μελλοντική προοπτική αφανισμού του ανθρώπου και σκεφτόταν πως έπρεπε να αντιδράσει. Εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο έπαιζε τον «Κεμάλ» του Χατζηδάκη. Το τραγούδι αναφέρεται σε ένα νεαρό πρίγκηπα τον Κεμάλ, που έδωσε όρκο στον Αλλάχ πως θα αλλάξουν οι καιροί, εννοώντας ότι θα γίνει ο κόσμος καλύτερος και κατέληξε να θανατωθεί από το Χαλίφη.  «Και ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική... κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει πως θα αλλάξουν οι καιροί». Εμπνευσμένος από τους στίχους, πήρε την απόφαση να αφυπνίσει την ανθρωπότητα.

            Ξεκίνησε να αρθρογραφεί για τις πανανθρώπινες αξίες, να δίνει συνεντεύξεις, να παρουσιάζεται σε εκπομπές και τέλος να έρθει σε επαφή με όλους τους ανθρωπιστές φιλόσοφους της υφηλίου, δημιουργώντας σε βάθος χρόνου ένα παγκόσμιο ανθρωπιστικό κίνημα, που στόχευε στη δημιουργία μιας Παιδείας στηριζόμενης στις πανανθρώπινες αξίες, που θα επανέφερε τον άνθρωπο στην πρωταρχική του αξία. Μέσω της Παιδείας πίστευε πως το θέμα θα λυνόταν οριστικά, αλλά ήταν μια μακροπρόθεσμη λύση. Έτσι σε πρώτη φάση ενημέρωνε και ξεσήκωνε τον κόσμο να αντιδράσει σε όλη αυτή τη σήψη και να διεκδικήσει με κάθε τρόπο μια νέα ανθρωπιστική κοινωνία και ένα καλύτερο κόσμο. Η διδασκαλία του αναφερόταν στην αναγκαιότητα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, επικεντρώνοντας σε κάποιες κεντρικές φράσεις όπως «αν δε μπορούμε να βοηθήσουμε το συνάνθρωπό μας να μην τον βλάπτουμε», «να φερόμαστε στους συνανθρώπους μας όπως θέλουμε να μας φέρονται», «αλλαγή τρόπου σκέψης από το εγώ στο εμείς» και κατέληγε στο «αγαπήστε το συνάνθρωπο σας όπως τον εαυτό σας». Κεντρικό του σύνθημα «Επιστροφή στον άνθρωπο».

            Στην αρχή οι ιθύνοντες της εξουσίας τον αντιμετώπισαν σαν ένα γραφικό ρομαντικό ιδεολόγο. Στη συνέχεια όταν το κίνημά του γιγαντώθηκε και άρχισε να προκαλεί στο σύστημα τριγμούς, διάφορες πολιτικές παρατάξεις προσπάθησαν να τον εντάξουν στο δυναμικό τους, αφενός για να προσεταιριστούν τους υποστηρικτές του και αφετέρου να τον αφομοιώσουν στο σύστημα. Όμως αυτός δεν εντάχθηκε ποτέ. Στη συνέχεια επιστράτευσαν την τακτική της λασπολογίας. Μεγαλοδημοσιογράφοι του συστήματος είτε από πρωινές εκπομπές, είτε από ενημερωτικές εκπομπές ποικίλης ύλης, τον πολεμούσαν συστηματικά και οργανωμένα με συκοφαντίες, κατηγορίες και ψεύτικες ειδήσεις, με σκοπό να πλήξουν την αξιοπιστία και το κύρος του. Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο από αυτό που περίμεναν. Εξαγρίωσαν την κοινή γνώμη, η οποία στράφηκε εναντίον τους και ενάντια στο σύστημα που εκπροσωπούν. Η κατάσταση στην κοινωνία ήταν εκρηκτική και απειλούσε το σύστημα με κατάρρευση. Τότε οι παράγοντες του συστήματος έπαιξαν το τελευταίο τους χαρτί. Ένα δειλινό που βρισκόταν στο γραφείο του και χαλάρωνε ακούγοντας μουσική, ήρθε η αστυνομία και τον συνέλαβε ως τρομοκράτη. Τον πληροφόρησαν ότι στο διαμέρισμά του είχε βρεθεί τρομοκρατικό υλικό, που είχαν οι ίδιοι τοποθετήσει για να τον παγιδεύσουν. Τη στιγμή που τον συνέλαβαν, ακούγονταν στο ραδιόφωνο οι στίχοι από το τραγούδι του «Κεμάλ»: «Πέφτουν πάνω του τα στίφη σαν ακράτητα σκυλιά και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει τη θηλειά». Οι σκοτεινοί παρακρατικοί μηχανισμοί έδρασαν με επιτυχία.

            Η κοινή γνώμη αντέδρασε στη σύλληψη. Όλοι κατάλαβαν το σκοτεινό παιχνίδι της εξουσίας. Υπήρχαν μεγάλες αναταραχές στο εσωτερικό, ενώ όσα μέσα ενημέρωσης παρέμεναν ανεξάρτητα ξεσκέπαζαν τη σκοτεινή δράση του συστήματος. Διανοούμενοι και συνεργάτες του από όλη την υφήλιο στάθηκαν στο πλευρό του και πίεζαν την κυβέρνηση για την αποφυλάκισή του και υπήρχε έντονος ξεσηκωμός από όλα τα ανθρωπιστικά κινήματα. Ταυτόχρονα εκείνη την εποχή είχε συλληφθεί ένας κορυφαίος οικονομικός παράγοντας, φιλοκυβερνητικός, για οικονομικές καταχρήσεις. Τότε οι κυβερνητικοί παράγοντες συνέλαβαν ένα σατανικό σχέδιο, έτσι ώστε αφενός να ηρεμήσουν την επαναστατημένη κοινή γνώμη για την άδικη σύλληψη του καθηγητή και αφετέρου να βρουν τρόπο να ελευθερώσουν τον καταχραστή φίλο τους. Αποφάσισαν τη Μεγάλη Τετάρτη να γίνει ένα διαδικτυακό δημοψήφισμα αμφιβόλου εγκυρότητας και αξιοπιστίας, στο οποίο οι πολίτες θα επέλεγαν τον κρατούμενο που η πολιτεία θα έδινε χάρη και θα ελευθέρωνε. Οι υποψήφιοι κρατούμενοι για τη χάρη της πολιτείας, ήταν ο αθώος καθηγητής Γαρδενάκης και ο καταχραστής επιχειρηματίας Σαλταπίδας και άνθρωπος του καθεστώτος, όπως ο αθώος Ιησούς απέναντι στον εγκληματία Βαραββά. Μόνο που τώρα οι πολίτες δε θα αποφάσιζαν δια βοής, αλλά δια πληκτρολογίου. Όλο το διάστημα πριν το δημοψήφισμα, τα ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης προπαγάνδιζαν για την επιλογή του Σαλταπίδα, προβάλλοντας τη δήθεν οικονομική προσφορά του στη χώρα, και τη συμβολή του στην καταπολέμηση της ανεργίας, ενώ αντίθετα παρουσίαζαν τον Γαρδενάκη ως αναρχικό και επικίνδυνο τρομοκράτη για τη δημόσια ασφάλεια. Το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης ανακοινώθηκαν τα νοθευμένα αντεστραμμένα αποτελέσματα. Με ποσοστό 70% ο Σαλταπίδας αφέθηκε ελεύθερος.

            Τα νοθευμένα αποτελέσματα προκάλεσαν έντονες αναταραχές στην κοινωνία. Μπροστά στο φόβο ενός ξεσηκωμού, το καθεστώς προχώρησε στο τελευταίο σχέδιο για την οριστική απαλλαγή του από το Γαρδενάκη. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, άκουγε στο κελί του το τραγούδι του Κεμάλ, όταν μπήκαν μέσα οι δεσμοφύλακες. «Μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί, πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή». Την επόμενη μέρα ανακοινώθηκε από τα μέσα ενημέρωσης η δήθεν αυτοκτονία του. Βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του. Κανείς δεν πίστεψε την ανακοίνωση και όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Υπήρχε παγωμάρα στην κοινωνία για ένα μεγάλο διάστημα. Όμως οι σπόροι είχαν πέσει και τα ανθρωπιστικά κινήματα είχαν εδραιωθεί. Νέοι ηγέτες θα εμφανίζονταν και καινούργιοι αγώνες θα ξεκινούσαν. Το τραγούδι του «Κεμάλ» τελειώνει με το στίχο «με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί». Δείχνει την πορεία της ανθρωπότητας από την αρχή μέχρι σήμερα. Ένας συνεχόμενος και αδιάκοπος αγώνας. Μια ατελείωτη Μεγάλη Παρασκευή. Όμως μετά έρχεται η Ανάσταση. Σε αυτή ελπίζουμε και αυτή προσδοκούμε. Η ελπίδα της ανάστασης του ανθρώπου και των πανανθρώπινων αξιών.

                                                                            

                                                                                     Γιάννης Βαΐτσας         


Σάββατο 19 Απριλίου 2025

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και λαμπερή. Xαρά θεού. Το κασετόφωνο έπαιζε στη διαπασών τα τραγούδια ανάκατα λαϊκά με δημοτικά και η τσίκνα σού έσπαγε τη μύτη. Μόλις είχε βγει το κοκορέτσι. Οι καλεσμένοι τσιμπολογούσαν με μανία και οι συμπέθεροι γελαστοί και ορεξάτοι τους κερνούσαν κόκκινο κρασί. Είχαν πολλούς λόγους να χαίρονται. Τα παιδιά τους πριν από δυο χρόνια γνωρίστηκαν. Δεν είχαν πατήσει ακόμα τα εικοσιπέντε και παντρεύτηκαν στο άψε σβήσε. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος είπαν. Σύντομα γεννήθηκε και η κορούλα τους. Όλα ήταν βιαστικά και πρόσφατα. Αύριο θα γινόταν και το βαφτίσι της.

Οι γιαγιάδες δεν τσακώνονταν πλέον για το όνομα της μπέμπας (θα έπαιρνε και τα δύο ονόματα) και την έπαιζαν εναλλάξ στην αγκαλιά τους. Είχε πολύ όρεξη και κέφι η μικρούλα. Όλο χαρές και γελάκια ήταν και κουνούσε νευρικά την κουδουνίστρα της. Οι φίλοι και οι συγγενείς πίνανε και γλεντούσαν και κάθε τόσο φώναζαν να σας ζήσει και να την δείτε όπως επιθυμείτε μεγάλη και τρανή. Εις αύριον τα καλύτερα και τα πιο σπουδαία. Στο βαφτίσι που το γλέντι θα ήταν τρικούβερτο. Καλύτερο κι απ’ το σημερινό το πασχαλιάτικο.

Όταν βγήκε και το αρνί είχαν έρθει όλοι στο τσακίρ κέφι. Το κασετόφωνο έπαιζε τσάμικα και καλαματιανά. Οι συμπέθεροι έσερναν πρώτοι τον χορό και οι καλεσμένοι ακολουθούσαν. Ένας ξάδελφος τραβούσε βίντεο και κάποιοι άλλοι φωτογραφίες. Κάθε τόσο στον δρόμο παραέξω πετούσαν και καμιά στρακαστρούκα που περίσσεψε από χτες στην ανάσταση. Παρόλο που φέτος είχανε μείνει στην πόλη γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και της αγάπης σύμφωνα με όλες τις παραδόσεις και τα έθιμα του τόπου. Έστω και στριμωγμένοι στον μικρό κήπο του τριώροφου.

Το απόγευμα που άρχισε να πέφτει ο ήλιος τσούγκρισαν και τα αυγά. Ξεθεωμένοι απ’ το φαγητό το πιοτό και τον χορό χαλάρωναν στις καρέκλες τους. Ένιωθαν πλήρεις και ευτυχισμένοι. Ούτε τσακωμούς είχαν ούτε ειρωνείες και βρισίματα όπως ήξεραν από άλλα γιορτάσια όταν μαζεύονταν τα σόγια. Όμως όχι. Το δικό τους δεν ήταν τραπέζι χολής και μίσους. Τίποτα δεν είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους. Και κάποιοι που ήταν τσακωμένοι τούτη την άγια μέρα έδιναν τόπο στην οργή και  ψευτοχαμογελούσαν. Μόνο το  αγγελούδι τους είχε από ώρα αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μαμάς του κι έβλεπε όμορφα όνειρα. Σε λίγο οι καλεσμένοι άρχισαν να  φεύγουν. Εις αύριον τα καλύτερα και τα πιο σπουδαία ευχόντουσαν. Και του χρόνου. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν αποχαιρετίστηκαν τελευταίοι και  οι συμπέθεροι.

Την άλλη μέρα έγινε και το βαφτίσι. Στο μαγαζί οι συμπέθεροι γελαστοί και ορεξάτοι  κερνούσαν πάλι κόκκινο κρασί τους καλεσμένους. Ο φωτογράφος αποθανάτιζε τους φίλους και τους συγγενείς χαρούμενους και ευτυχισμένους. Τελευταίες τραβήχτηκαν οι οικογενειακές φωτογραφίες των παιδιών με τον νουνό. Στη μέση κρατούσαν την κορούλα τους και χαμογελούσαν. Μόνο για μια στιγμή ο ένας συμπέθερος μιλώντας παράμερα με την αδερφή του ξέσπασε σε κλάματα μάλλον απ’ την συγκίνηση των ημερών.

Αργά το απόγευμα μετά την τούρτα οι συγγενείς και οι φίλοι άρχισαν να αραιώνουν. Να σας ζήσει ευχόντουσαν και ο παππάς  έδωσε για άλλη μια φορά την ευλογία του. Ο θεός θέλει να σας βλέπει αγαπημένους και μονιασμένους τους είπε και τους σταύρωσε τρεις φορές. Και αυτοί με σεβασμό έσκυψαν και του φίλησαν το χέρι.

Μετά από λίγες μέρες αφού πέρασαν οι γιορτές και τελείωσαν τα γλέντια κι οι χοροί τα παιδιά πήγαν στους δικηγόρους τους. Το διαζύγιο βγήκε  κοινή συναινέσει λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων είπαν χωρίς διατροφές κλάματα και άλλες τραγωδίες. Κοινή θα ήταν και η επιμέλεια της κόρης τους. Έτσι αποφάσισαν. Oι συμπέθεροι δεν βρέθηκαν ξανά στο ίδιο τραπέζι.


Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ

Χτυπήθηκε απ’ τον θάνατο την στιγμή της δόξας  του.

Οι γυναίκες του Μοντιλιάνι είναι γυμνά αερικά με στόματα μικρά και άδειες κόγχες. Το βλέμμα τους είναι πάντα μελαγχολικό και καρφώνει συνέχεια το άπειρο. Τους αρέσει μόνο να ξαπλώνουν νωχελικά σαν τις γατούλες και να χαϊδεύονται. Ο Αμεντέο κάθεται στο μπαρ και τις χαζεύει. Παραμένει ακόμα ανυπάκουος ταραξίας και αδέκαρος. Πίνει αψέντι και διαβάζει Νίτσε. Βήχει δυνατά και κάθε τόσο ξερνάει μαύρο σαπισμένο αίμα. Η Ζαν είναι το παντοτινό μοντέλο του και η γυναίκα της ζωής του. Στέκεται δίπλα του και τον παρακαλεί να προσέχει την υγεία του. Του λέει να μην πίνει πολύ. Κρατάει τρυφερά τα χέρια του μέσα στα δικά της και  χαϊδεύει τα όμορφα μακριά του μαλλιά. Αυτός πίνει άλλη μια γουλιά απ’ το πράσινο δυναμωτικό του  και της χαμογελά με αθωότητα. Όταν γνωρίσω την ψυχή σου θα ζωγραφίσω και τα μάτια σου της λέει και  η τυφλή κοπέλα κοκκινίζει από ντροπή.


Γιάννης Παπαγεωργίου

                Kotsilies.blogspot.com

 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

Η ΛΥΤΡΩΣΗ



 

Η λύτρωση

           

Απόλυτη ηρεμία. Νεκρική σιγή. Ξαφνικά η γαλήνη του χώρου διαταράσσεται από τους ήχους μηχανημάτων. Ήχοι γνώριμοι που μου φέρνουν στη μνήμη τα φλιμπεράδικα που ήταν στη μόδα τη δεκαετία του 80, που επισκεπτόμουν όταν ήμουν έφηβος. Τότε που έπαιζα ηλεκτρονικά παιχνίδια ανέμελα και χειριζόμουν με μοχλό και κουμπιά τους ήρωες των παιχνιδιών και έβλεπα στην οθόνη τα αποτελέσματα των χειρισμών μου. Το παιχνίδι τελείωνε όταν ο ήρωας έχανε τις ζωές του. Δεν υπήρχε το διαδίκτυο εκείνη την εποχή. Ένα όμορφο συναίσθημα αναπόλησης με διαπερνά. Όμως γρήγορα επανέρχομαι στο παρόν, ανοίγω τα μάτια και συνειδητοποιώ την προέλευση των ήχων και το χώρο. Τώρα εγώ είμαι  ο ήρωας, ενώ κάποιοι άλλοι ασκούν χειρισμούς πάνω μου και παρακολουθούν τα αποτελέσματα των χειρισμών τους από γραφήματα και μετρήσεις στις οθόνες, ενώ παράλληλα παράγονται διάφοροι ήχοι. Βρίσκομαι στο ψυχρό περιβάλλον της εντατικής.

Ακόμα θυμάμαι το γιατρό να μασάει τα λόγια του, όταν προσπαθούσε να μου πει τη διάγνωση. Πάντα ήθελα να γνωρίζω την αλήθεια όσο σκληρή και αν ήταν. Έτσι ο γιατρός ενώ το απέφυγε αρχικά, αναγκάστηκε να μου ομολογήσει την πραγματικότητα. Του είπα ότι με σκοτώνει η άγνοια και η αμφιβολία, ενώ γνωρίζοντας την αλήθεια αντιμετωπίζω τις καταστάσεις καλύτερα. «Καρκίνος σε προχωρημένο στάδιο» είπε. Ταράχθηκα στο άκουσμα, αλλά ένιωθα και μια ανακούφιση που γνώριζα. Η σύντροφος μου το ήξερε όμως το έκρυβε επιμελώς, προσπαθώντας να μη δείξει κάτι. Είναι ισχυρή προσωπικότητα και σήκωνε το βάρος της γνώσης μόνη της. Όμως μέσα της υπέφερε. Όσο αγέρωχη και αν έδειχνε, καταλάβαινα ότι κάτι  έτρωγε τα εσώψυχά της και ας μην το παραδεχόταν. Όταν της είπα ότι το έμαθα κατέρρευσε. Με νοιαζόταν τόσο πολύ που δεν ήθελε να ξέρω. Τη νοιαζόμουν τόσο πολύ, που δεν ήθελα να βασανίζεται. Το μοιραστήκαμε και το παλέψαμε μαζί, όπως και όλα τα άλλα στα χρόνια που είμαστε μαζί.

Βρίσκομαι στο τελικό στάδιο της νόσου. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα για ίαση.  Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει. Οι πόνοι είναι πιο έντονοι και τα παυσίπονα το μόνο που καταφέρνουν είναι να τους καταπραΰνουν. Δε μπορώ να κάνω πια και πολλά πράγματα παρά μόνο να σκέφτομαι. Τραγικό ον ο άνθρωπος. Είναι το μόνο ον που από τη στιγμή που γεννιέται και αποκτά συνειδητότητα, έχει την επίγνωση του θανάτου του. Αναρωτιέμαι πως ένας Τέλειος και Άφθαρτος Θεός έφτιαξε ένα τόσο ατελές δημιούργημα, υλικό και φθαρτό.«Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» ισχυρίζονται δογματικά κάποιοι. Αμαρτωλός από τη γέννησή του κουβαλώντας το προπατορικό αμάρτημα. Θεϊκή τιμωρία ή ανθρώπινη θεωρία ενός θρησκευτικού συστήματος; Πως ένας Πανάγαθος Θεός που αγαπά τα δημιουργήματά του, επιτρέπει να πάσχουν; Μήπως Του έχει αποδοθεί μία ιδιότητα που δεν έχει, από διάφορα θρησκευτικά δόγματα για δικές τους σκοπιμότητες; Άγνωστες οι ιδιότητες, οι προθέσεις και η φύση του Δημιουργού.  Κυνηγημένος ο άνθρωπος από θεούς, δαίμονες και το χειρότερο από ανθρώπους. Το οξύμωρο είναι ότι εμείς οι άνθρωποι συνειδητοποιώντας τη θνητότητα  και τη φθαρτή φύση μας,  αντί να έχουμε αλληλεγγύη μεταξύ μας στις δυσκολίες που βιώνουμε, είτε αδιαφορούμε είτε βλάπτουμε τους συνανθρώπους μας, καθιστώντας έτσι το επίγειο πέρασμά μας ακόμα πιο οδυνηρό.  Γινόμαστε απάνθρωποι κάποιες φορές. Θύτες και θύματα των συνανθρώπων μας, θύτες και θύματα της φύσης, θύτες των ζώων όχι μόνο από διατροφική ανάγκη, αλλά και για εμπορική εκμετάλλευση, ρύπανση και το χειρότερο ακόμα και για διασκέδαση. Έλλογα πολιτισμένα όντα κατά τα άλλα!  Ευτυχώς πάντα υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις που διατηρούν την ελπίδα ζωντανή.

Η κατάσταση χειροτερεύει και είναι μη αναστρέψιμη. Δε θέλω να βασανίζομαι άδικα, ούτε μαζί με εμένα οι δικοί μου άνθρωποι. Πάντα ήθελα μια ζωή με ποιότητα και ένα αξιοπρεπές τέλος. Τα δικαιώματα του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ακεραιότητας του προσώπου και της ελευθερίας βρίσκονται κατά την κρίση μου στην κορυφή της πυραμίδας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και υπερτερούν από το δικαίωμα της ζωής. Όταν καταστρατηγείται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και όταν το άτομο δεν έχει ποιότητα ζωής και βιώνει μια κατάσταση επώδυνη και μη αναστρέψιμη, θα πρέπει να έχει την ελευθερία να επιλέξει αν θελήσει να λυτρωθεί από αυτή την κατάσταση και να αποφύγει μια περαιτέρω ταλαιπωρία περιμένοντας το τέλος. Έτσι ασκώντας το δικαίωμα της ελευθερίας και της ελεύθερης βούλησης, πήρα την απόφαση να τερματίσω το μαρτύριο μου, όταν εξαντληθούν οι αντοχές μου. Ετοίμασα ένα ενυπόγραφο κείμενο στο οποίο εξέφραζα την επιθυμία μου και τεκμηρίωνα τους λόγους της απόφασής μου. Ζητούσα να εκτελεστεί η απόφασή μου είτε όταν η κατάσταση θα ήταν αφόρητη και θα επέλεγα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή, είτε όταν θα έπεφτα σε κώμα.

 Η κατάσταση έγινε αφόρητη. Ήρθε η ώρα να εκτελεστεί η απόφασή μου. Γνωστοποίησα την απόφαση και το κείμενο στους γιατρούς, στον περίγυρό μου, ακόμα και στο δικηγόρο μου, για είναι επίσημα γνωστή η επιλογή μου και να μην έχει κανείς καμιά επίπτωση. Οι γιατροί και ο δικηγόρος μου είπαν ότι αυτό που ζητούσα δε μπορεί να εφαρμοστεί, γιατί δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο για την ευθανασία  και όποιος εφάρμοζε την επιθυμία μου θα είχε ποινικές ευθύνες.  «Μα είναι δυνατόν να μη λαμβάνετε υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας; Ούτε και το ενυπόγραφο κείμενο της τελευταίας μου επιθυμίας;» ρώτησα έξαλλος. Οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό με παρακολουθούσαν για να είναι σίγουροι ότι δε θα προβώ σε ενέργεια κατά της ζωής μου και βρουν το μπελά τους.

Οι αντιδράσεις στον περίγυρο ήταν ποικίλες. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι τη ζωή την αφαιρεί μόνο ο Θεός, ενώ αν το έπραττα εγώ θα ήταν αυτοκτονία και αν το έπραττε τρίτος δολοφονία. Οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση είναι αμαρτία. Πραγματικά αστείος ισχυρισμός στην κατάστασή μου. Ήδη ήμουν καταδικασμένος σε θάνατο από την επάρατη νόσο και το επερχόμενο τέλος ήταν θέμα ημερών ή εβδομάδων. Το μόνο που θα έκανα ήταν να συντομεύσω το διάστημα του αργού θανάτου. Ποιος Πανάγαθος Θεός θα με κατέκρινε γι αυτό; Αυτές είναι θεωρίες θρησκευτικών δογμάτων και Ιερατείων. Γιατί δε δέχονται την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, που οι ίδιοι διακηρύσσουν  ότι υπάρχει; Ή πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε όρια που θέτουν τα δόγματα; Στην περίπτωση των ορίων, δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση. Η σύντροφός μου, κάποιοι συγγενείς και φίλοι ήταν εγκλωβισμένοι στο ηθικό δίλημμα. Τη σύντροφό μου δε θα την έφερνα ποτέ στην τραγική θέση να εκτελέσει την επιθυμία μου. Αρκετά είχε τραβήξει εξαιτίας μου. Δεν ήθελα να την επιβαρύνω και άλλο. Απεναντίας ήθελα να την απαλλάξω το συντομότερο, για να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά. Της είπα ότι θέλω να ξαναφτιάξει τη ζωή της και να είναι ευτυχισμένη. Κάθε άνθρωπος στο πεπερασμένο επίγειο πέρασμά του αξίζει την ευτυχία.

Μόνο ένας παιδικός μου φίλος και συμφοιτητής με καταλάβαινε απόλυτα και σεβόταν την επιθυμία μου. Πηγαίναμε μαζί σχολείο, μεγαλώσαμε και παίζαμε στην ίδια γειτονιά. Στη συνέχεια ο καθένας πήρε το δρόμο του, όμως μετά από χρόνια ανταμώσαμε ξανά, σπουδάσαμε μαζί Φιλοσοφία, μοιραστήκαμε τους προβληματισμούς και τα κοινά μας ενδιαφέροντα και αναπτύχθηκε μια δυνατή φιλία. Συνήθως όταν συζητούσαμε βλέπαμε τα πράγματα από διαφορετικές πλευρές και αυτό δημιουργούσε συνθέσεις. Έβλεπε τα πράγματα με μια πιο απαισιόδοξη οπτική σε σχέση με μένα. Πάντα υπολόγιζα τη γνώμη του και δεχόμουν την καλόπιστη κριτική του. Διαβάζει αρκετά και γράφει εξαιρετικά. Είναι πολύ καλός με ότι καταπιάνεται και φέρνει πάντα εις πέρας ότι αναλαμβάνει. Παρά τις διαφωνίες μας σε άλλα θέματα και οι δύο επιθυμούμε ένα αξιοπρεπές τέλος. Γι αυτό θεώρησα ότι είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να με λυτρώσει. Συζητήσαμε το θέμα και παρά τους αρχικούς του ενδοιασμούς συμφώνησε να με βοηθήσει. Έπρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος έτσι ώστε αφενός να είναι ανώδυνος για μένα και αφετέρου να μην υποψιαστούν το φίλο μου και μπλέξει άδικα με το νόμο. Μετά από δύο ημέρες με επισκέφτηκε ξανά. Κάποια στιγμή κοίταξε γύρω του και μόλις βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερού και μου έδωσε να πιω. Ήπια και χαμογέλασα με ανακούφιση και ευγνωμοσύνη για το φίλο μου. Τον ευχαρίστησα, ανταλλάξαμε ευχές και αποχαιρετιστήκαμε. Έκλεισα τα μάτια μα  οι ήχοι των μηχανημάτων δε με άφηναν να κοιμηθώ. Κάποια στιγμή οι ήχοι χάνονται. Το παιχνίδι τελείωσε. Απόλυτη ηρεμία. Νεκρική σιγή!!!  

 

                                                                            Γιάννης Βαΐτσας     


Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ

Στον Γιάννη Βαΐτσα

Φίλε μου τα χρόνια πέρασαν και η καρδιά μας γέρασε. Μίσθια δουλειά και ατέλειωτοι σωροί χαρτιών. Συναλλαγές και φριχτές ανταποδόσεις. Έγνοιες μικρές και λύπες μας εκούρασαν. Θολώσανε τα μάτια και ο νους μας. Λειώσαμε και τελειώσαμε σαν στήλες στα γραφεία. Υπήρξαμε ανδρείκελα της μοίρας ξεχασμένα με αισθήσεις διάχυτες και σώμα τρύπιο φαγωμένο που στη θύμηση πονά. Νύχτα αξημέρωτη υπήρξε η ζωή μας που η αγάπη άργησε και μας προσπέρασε. Δεν έφτασε ποτέ. Τίποτα πλέον φίλε μου δεν μας σώνει. Κι όπου κι αν πάμε μια βαριά σκιά από πάνω μας σαν σύννεφο ακολουθεί και μας σκεπάζει.

Είχαμε την κακιά την ώρα μέσα μας. Ρηγάδες ήμασταν που πολέμησαν για ανύπαρχτα βασίλεια και τώρα γυρίζουμε στα ακάθαρτα του δρόμου με τα φτερά σπασμένα και μάτι θολό και βήμα τσακισμένο. Ωχροί λεροί κι ασήμαντοι και ο καθένας μόνος του από άλλο δρόμο. Και πόσο νέοι φτάσαμε εδώ πέρα. Πόσο γρήγορα. Γιατί βιαστήκαμε δεν μάθαμε. Κανέναν δεν ρωτήσαμε σ’ αυτό το έρημο νησί στο χείλος της αβύσσου. Σέρνοντας μαζί  στο φθονερό καταφύγιο την αιώνια λύπη.

Το ξέρεις φίλε πια καλά πως όταν οι άνθρωποι θέλουν να σε πονέσουν σκαρφίζονται χιλιάδες τρόπους να το κάνουν. Πέταξε το όπλο απ’ τα χέρια σου και τρέξε μακριά. Σωριάσου πρηνής. Τον νου σου. Φυλάξου από τα γύναια και το μαστροπό λαό σου. Τα χάχανα του κόσμου δεν πρέπει να σε αγγίζουν. Κράτησέ τους όλους μακριά. Μόνο τα όνειρά σου σφίξε δυνατά στην αγκαλιά σου. Αυτά μην τα προδώσεις. Των συνετών δεν είναι τόσο ωραία.

Και να γράφεις φίλε. Να ταξιδεύεις. Εμείς δεν έχουμε άλλο τρόπο. Δεν έχουμε άλλη γη. Δικά μας παιδιά οι λέξεις. Απ’ το αίμα και απ’ το σπέρμα μας βγαλμένες.

         Γιάννης Παπαγεωργίου

kotsilies.blogspot.com

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΩΝ ΠΟΘΩΝ.

  Όταν ο έρωτας έρχεται δυνατά και ορμητικά,  σαν θύελλα που σαρώνει το παλιό μας σύμπαν,  χτυπά όλες τις αισθήσεις, ξαφνικά, βαθιά  κι αφήν...