Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και
λαμπερή. Xαρά
θεού. Το κασετόφωνο έπαιζε στη διαπασών τα τραγούδια ανάκατα λαϊκά με δημοτικά
και η τσίκνα σού έσπαγε τη μύτη. Μόλις είχε βγει το κοκορέτσι. Οι καλεσμένοι
τσιμπολογούσαν με μανία και οι συμπέθεροι γελαστοί και ορεξάτοι τους κερνούσαν
κόκκινο κρασί. Είχαν πολλούς λόγους να χαίρονται. Τα παιδιά τους πριν από δυο
χρόνια γνωρίστηκαν. Δεν είχαν πατήσει ακόμα τα εικοσιπέντε και παντρεύτηκαν στο
άψε σβήσε. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος είπαν. Σύντομα γεννήθηκε και η κορούλα
τους. Όλα ήταν βιαστικά και πρόσφατα. Αύριο θα γινόταν και το βαφτίσι της.
Οι γιαγιάδες δεν τσακώνονταν
πλέον για το όνομα της μπέμπας (θα έπαιρνε και τα δύο ονόματα) και την έπαιζαν
εναλλάξ στην αγκαλιά τους. Είχε πολύ όρεξη και κέφι η μικρούλα. Όλο χαρές και
γελάκια ήταν και κουνούσε νευρικά την κουδουνίστρα της. Οι φίλοι και οι
συγγενείς πίνανε και γλεντούσαν και κάθε τόσο φώναζαν να σας ζήσει και να την
δείτε όπως επιθυμείτε μεγάλη και τρανή. Εις αύριον τα καλύτερα και τα πιο σπουδαία.
Στο βαφτίσι που το γλέντι θα ήταν τρικούβερτο. Καλύτερο κι απ’ το σημερινό το
πασχαλιάτικο.
Όταν βγήκε και το αρνί είχαν
έρθει όλοι στο τσακίρ κέφι. Το κασετόφωνο έπαιζε τσάμικα και καλαματιανά. Οι
συμπέθεροι έσερναν πρώτοι τον χορό και οι καλεσμένοι ακολουθούσαν. Ένας ξάδελφος
τραβούσε βίντεο και κάποιοι άλλοι φωτογραφίες. Κάθε τόσο στον δρόμο παραέξω
πετούσαν και καμιά στρακαστρούκα που περίσσεψε από χτες στην ανάσταση. Παρόλο
που φέτος είχανε μείνει στην πόλη γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της
χριστιανοσύνης και της αγάπης σύμφωνα με όλες τις παραδόσεις και τα έθιμα του
τόπου. Έστω και στριμωγμένοι στον μικρό κήπο του τριώροφου.
Το απόγευμα που άρχισε να
πέφτει ο ήλιος τσούγκρισαν και τα αυγά. Ξεθεωμένοι απ’ το φαγητό το πιοτό και
τον χορό χαλάρωναν στις καρέκλες τους. Ένιωθαν πλήρεις και ευτυχισμένοι. Ούτε
τσακωμούς είχαν ούτε ειρωνείες και βρισίματα όπως ήξεραν από άλλα γιορτάσια
όταν μαζεύονταν τα σόγια. Όμως όχι. Το δικό τους δεν ήταν τραπέζι χολής και
μίσους. Τίποτα δεν είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους. Και κάποιοι που ήταν τσακωμένοι
τούτη την άγια μέρα έδιναν τόπο στην οργή και ψευτοχαμογελούσαν. Μόνο το αγγελούδι τους είχε από ώρα αποκοιμηθεί στην
αγκαλιά της μαμάς του κι έβλεπε όμορφα όνειρα. Σε λίγο οι καλεσμένοι άρχισαν
να φεύγουν. Εις αύριον τα καλύτερα και
τα πιο σπουδαία ευχόντουσαν. Και του χρόνου. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν αποχαιρετίστηκαν
τελευταίοι και οι συμπέθεροι.
Την άλλη μέρα έγινε και το
βαφτίσι. Στο μαγαζί οι συμπέθεροι γελαστοί και ορεξάτοι κερνούσαν πάλι κόκκινο κρασί τους
καλεσμένους. Ο φωτογράφος αποθανάτιζε τους φίλους και τους συγγενείς
χαρούμενους και ευτυχισμένους. Τελευταίες τραβήχτηκαν οι οικογενειακές
φωτογραφίες των παιδιών με τον νουνό. Στη μέση κρατούσαν την κορούλα τους και
χαμογελούσαν. Μόνο για μια στιγμή ο ένας συμπέθερος μιλώντας παράμερα με την
αδερφή του ξέσπασε σε κλάματα μάλλον απ’ την συγκίνηση των ημερών.
Αργά το απόγευμα μετά την
τούρτα οι συγγενείς και οι φίλοι άρχισαν να αραιώνουν. Να σας ζήσει ευχόντουσαν
και ο παππάς έδωσε για άλλη μια φορά την
ευλογία του. Ο θεός θέλει να σας βλέπει αγαπημένους και μονιασμένους τους είπε
και τους σταύρωσε τρεις φορές. Και αυτοί με σεβασμό έσκυψαν και του φίλησαν το
χέρι.
Μετά από λίγες μέρες αφού
πέρασαν οι γιορτές και τελείωσαν τα γλέντια κι οι χοροί τα παιδιά πήγαν στους
δικηγόρους τους. Το διαζύγιο βγήκε κοινή
συναινέσει λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων είπαν χωρίς διατροφές κλάματα και άλλες τραγωδίες.
Κοινή θα ήταν και η επιμέλεια της κόρης τους. Έτσι αποφάσισαν. Oι συμπέθεροι δεν βρέθηκαν ξανά στο ίδιο
τραπέζι.


















